Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

Μαρτυρία


Κάποιος φαντάζεται.

Κάποιος ζωγραφίζει.

Εναγώνιες προσπάθειες τ’ουρανού να γίνει μυθιστοριογράφος.

Στα διάφανα φύλλα, λαχανιασμένες μαριονέτες διηγούνται τα ταξίδια τους.

Κάτω από μακάβριους ρυθμούς, τα παπούτσια αυτοσχεδιάζουν.

Τι ηδονή!

Οι τσουλήθρες των βουνών δε στερεύουν ποτέ.

Τ’αστέρια είναι τόσο ευσυγκίνητα!

Τι οδύνη!

Η ιστορία μας, όμως, τελειώνει κάπου εδώ.

Ο εκβιαστής άνεμος αφήνει ελεύθερο το ενορατικό ζαχαρότευτλο.

Η Ουρά



[Εδώ μπορείτε να ακούσετε το κείμενο. Ήταν λίγο μεγάλο και σκέφτηκα να το "παίξω" κιόλας. Είναι η πρώτη φορά που το προσπαθώ οπότε παρακαλώ be kind...or not. Πάντως νομίζω ακούγεται καλύτερα απ' ότι διαβάζεται. Ο πίνακας που χρησιμοποιήθηκε για το video λέγεται "Not to be Reproduced" και τον ζωγράφισε ο René Magritte. Αυτά. Καλή ακρόαση/ανάγνωση]

--------#------------------------#----------------------------#----------------------------#--------------

Δε θυμάμαι πως βρέθηκα εδώ, που να πάρει ο διάολος! Συγχωρέστε με μα δε μπορώ, καν, να υπολογίσω με ακρίβεια πόσο καιρό είμαι εδώ. Ίσως είναι μέρες ή μήνες. Αυτό όμως δεν είναι φυσιολογικό. Θα ‘λεγα πως μοιάζει λίγο παρανοϊκό. Ίσως έχω τρελαθεί πια. Δε βγάζω άκρη. Τα πόδια μου σίγουρα δε θ’ αντέξουν για πολύ ακόμα. Έχω βρεθεί σε πολλές ουρές κατά καιρούς και για διάφορους λόγους.
Ένα βήμα μπροστά.
Καμία δεν ήταν τόσο μεγάλη. Ελπίζω να ‘μαι κάπου στη μέση, τουλάχιστον, γιατί μου ‘χουν τελειώσει τα παυσίπονα. Μήπως να ζητήσω ένα από κάποιον; Καλύτερα όχι. Ίσως η κίνηση μου αυτή παρεξηγηθεί. Μπορεί να θεωρήσουν πως προσπαθώ να χρησιμοποιήσω την κατάσταση της υγείας μου για να προχωρήσω μερικές θέσεις. Αυτό είναι αρκετό για να με πετάξουν έξω και να πρέπει να ξεκινήσω απ’ την αρχή. Ας είμαι ήσυχο παιδί καλύτερα.
Ένα βήμα μπροστά.
Κανένα παιδί δεν έχασε ούτε κέρδισε κάτι επειδή ήταν ήσυχο. Θέλω να είμαι τέτοιο παιδί. Ειδικά σε τέτοιες περιστάσεις. Αλλιώς σε πετάνε έξω. Θυμάμαι στο σχολείο η δασκάλα με πέταξε έξω γιατί μίλησα την ώρα του μαθήματος. Ακόμα και σε μια παράσταση που είχα πάει να δω με μια κοπέλα, μ’ έπιασε βήχας και δικαίως με πέταξαν έξω. Η πρώην μου γυναίκα πάλι, μ’ είχε διώξει απ’ την κρεβατοκάμαρα κλοτσηδόν, γιατί ροχάλιζα.
Ένα βήμα μπροστά.
Είχαν όλοι τους δίκιο. Δε μπορείς να κάνεις τόση φασαρία. Είναι ενοχλητικό να κάνεις θόρυβο. Προσπαθώ να ‘μαι ήσυχος. Όσο πιο ήσυχος μένει κανείς τόσο λιγότερα προβλήματα έχει. Λες να είναι όλοι τους εδώ; Δε μπορώ να δω κιόλας ρε γαμώτο! Αυτός ο τύπος μπροστά μου ίσως είναι αθλητής ή κάτι παρόμοιο. Οι πλάτες του είναι διπλάσιες απ’ τις δικές μου. Ίσως να κάνω λίγο πλάγια να δω αν είναι κάποιος γνωστός μου στην ουρά. Καλύτερα όμως όχι. Η κίνηση αυτή μπορεί να μου κοστίσει. Είναι προφανώς αθέμιτο να κρυφοκοιτάζει κανείς.
Ένα βήμα μπροστά.
Σίγουρα αν κάνω λίγο δεξιά θα μου πάρουν τη θέση κι όλοι θα συμφωνήσουν πως δεν ήμουν ποτέ εκεί. Θα έχουν δίκιο, φυσικά, γιατί αν φύγω έστω και λίγο απ’ αυτήν την τέλεια συστοιχία θα είναι σα να μην ήμουν ποτέ εκεί. ΧιΧι. Συγχωρέστε με. Δεν είμαι χάχας ή κάτι τέτοιο. Ούτε γελοίος. Σίγουρα δε θέλω να είμαι γελοίος. Αλλά η ανάσα του ανθρώπου πίσω μου, με γαργαλά στο σβέρκο. Χιχι. Όχι δεν είμαι ζηλιάρης. Δε νομίζω να ισχύει αυτό.
Ένα βήμα μπροστά.
Εντάξει ζηλεύω μερικές φορές αλλά το μετανιώνω. Δεν αντέχω άλλο σ’ αυτή την ουρά. Γιατί να είμαστε εδώ άραγε; Δε θυμάμαι. Ίσως να πάρουμε κάποιο επίδομα ή λίγο φαγητό. Ίσως να πρέπει να αιτηθούμε για κάτι που θα μας συμφέρει. Μπορεί να πρόκειται για κάποιο εισιτήριο μιας παράστασης ή μιας συναυλίας. Ελπίζω να μην είναι κάτι που να χρειάζεται δικαιολογητικά γιατί έχω σίγουρα ξεχάσει να πάρω χαρτιά μαζί μου.
Ένα βήμα μπροστά.
Σ’ αυτά είμαι πολύ οργανωμένος συνήθως. Ποτέ δεν ξέρεις τι δικαιολογητικό θα χρειαστεί. Οπωσδήποτε αυτά είναι απαραίτητο να τα κρατάς. Έχω ένα χαρτοφύλακα. Όλα είναι μαζεμένα εκεί. Όλα τα χαρτιά που δικαιολογούν την παρουσία μου σε μια ουρά. Έχω εκεί το πιστοποιητικό γεννήσεως μου και το πιστοποιητικό που πιστοποιεί πως το πιστοποιητικό γεννήσεώς μου είναι πιστοποιημένο. Ακόμα κρατώ εκεί και την υπεύθυνη δήλωση των γονιών μου που διαβεβαιώνει την κοινωνία πως με συνέλαβαν σε κρεβάτι και μάλιστα, αφού παντρεύτηκαν και εφαρμόζοντας ιεραποστολική στάση. Δόξα το Θεό που έχω αυτήν τη δήλωση. Ούτε θέλω να φανταστώ το μέλλον μου αν είχα συλληφθεί στα τέσσερα ή σε πίσω-κολλητό.
Ένα βήμα μπροστά.
Φυλάω εκεί τα αποτελέσματα όλων μου των εξετάσεων μέχρι στιγμής. Όλα τα test, τα διαγωνίσματα, προειδοποιημένα και μη, βρίσκονται εκεί. Ακόμα κι οι ιατρικές εξετάσεις. Με έχουν εξετάσει πολλές φορές είναι η αλήθεια αλλά ακόμα δεν έχουν καταλήξει στην τελική μου βαθμολογία. Δίνω εξετάσεις από πολύ μικρός αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει βρεθεί σε τι πραγματικά είμαι καλός. Έχουν βρεθεί αρκετοί τομείς στους οποίους είμαι μέτριος. Δεν είναι και τόσο άσχημο αυτό. Σίγουρα καλύτερο απ’ το να είσαι πρώτος ή τελευταίος. Μπορείς να ανέβεις και να κατέβεις. Υπάρχει μπροστά και πίσω. Καλύτερα που είμαι μέτριος.
Ένα βήμα μπροστά.
Φυσικά φυλάω εκεί μέσα κι όλα τα χαρτιά με τις ύβρεις που μου έχουν κολλήσει κρυφά στην πλάτη, στο παρελθόν. Ειδικά εκείνο το κίτρινο χαρτάκι με το οποίο είχα περάσει μια ολόκληρη μέρα στη δουλειά. Έγραφε «Είμαι ηλίθιος». Μάλλον μου το είχε κολλήσει κάποιος συνάδελφος. Μου έχει φανεί χρήσιμο και με έχει σώσει σε πολλές περιπτώσεις. Δεν είναι εύκολο ν’ αποκτήσεις τέτοιο χαρτί στην καριέρα σου. Ευτυχώς είχα μαζέψει και πιστοποιητικά απ’ τις συχνές μου εξομολογήσεις στον πάτερ Θεόφιλο. Είναι απαραίτητο να διαβεβαιωθούν οι αρχές πως γνωρίζει τις μυστικές αμαρτίες μου ο πάτερ Θεόφιλος. Φυλάω και τα χαρτιά υγείας με τα οποία σκουπίζομαι ανά τακτά χρονικά διαστήματα αλλά κι όλα τα ραβασάκια που έχω δώσει κι έχω πάρει. Φυσικά δε θα μπορούσαν να λείψουν απ’ το χαρτοφύλακά μου όλα τα οικονομικά έγγραφα που δείχνουν την οικονομική μου κατάσταση.
Ένα βήμα μπροστά.
Υπάρχουν καλογραμμένες και τακτοποιημένες όλες οι συναλλαγές μου, οι αποδείξεις, καθώς και δηλώσεις της μάνας μου, υπογεγραμμένες απ’ τον πατέρα μου παρακαλώ, για το ύψος που έχει το χαρτζιλίκι μου. Μια φορά είχαν βάλει πρόστιμο στον θείο μου γιατί θεωρήθηκε πως ξεπλένει μαύρο χρήμα δίνοντας μου χαρτζιλίκι. Τη θυμάμαι εκείνη τη μέρα. Είχαν έρθει απ’ τη δίωξη οικονομικού εγκλήματος και είχαν κατασχέσει τον κουμπαρά μου.
Ένα βήμα μπροστά.
Μα τώρα, τι θα κάνω; Ξέχασα τον χαρτοφύλακα μου! Πως τα κατάφερα έτσι; Αν δεν έχω καμία δικαιολογία να βρίσκομαι εδώ; Πάντα τον έχω μαζί. Άλλοι βέβαια αντί για χαρτοφύλακα φέρνουν κάποιο γνωστό με διασυνδέσεις αλλά δεν έχω τέτοιον. Αν τον είχα φέρει και μου τον πήρε κάποιος; Δε θυμάμαι. Είμαι πολύ κουρασμένος. Έχω ζαλιστεί. Πρέπει ν’ αντέξω. Να παραμείνω στην ευθεία. Άψογα στοιχισμένος. Μα γιατί συμβαίνει αυτό; Θυμάμαι μια φορά στην τηλεόραση εκείνον τον επιστήμονα ...
Ένα βήμα μπροστά.
Κάτι έλεγε για μια «Θεωρία Ουρών». Ήταν θυμάμαι μια θεωρία, που με μαθηματικό τρόπο απεδείκνυε πως υπάρχει επιστημονική μέθοδος να σταματήσει η δημιουργία ουρών και η ταλαιπωρία που επιφέρουν. Μα ξαφνικά έπεσαν διαφημίσεις και δε σταμάτησαν ποτέ. Διαφήμιζαν συνεχώς παπούτσια ανατομικά για ορθοστασία, φορητά ανεμιστηράκια, καπέλα μ’ ενσωματωμένο ηλιακό θερμοσίφωνα κι άλλα τέτοια χρήσιμα κι ελκυστικά προϊόντα κι ο επιστήμονας χάθηκε. Ίσως ήταν τρελός.
Ένα βήμα μπροστά.
Ουφ! Έχει ιδρώσει ο κόλος μου απ’ την κούραση. Ελπίζω να τελειώνει η ουρά. Να πλησιάζω. Δε μπορείς να ρωτήσεις κιόλας σε τέτοιες περιστάσεις. Είναι σα να παίζεις χαλασμένο τηλέφωνο. Θυμάμαι μια φορά σε μια άλλη, μεγάλη ουρά είχα ρωτήσει τον μπροστινό μου τι περιμένουμε. Η ερώτηση μεταφέρθηκε απ’ αυτί σ’ αυτί μέχρι τον πρώτο της ουράς ο οποίος φώναξε: «Πέρδουμε!». Δε βγάζεις άκρη. Σας το λέω με βεβαιότητα. Έχω εμπειρία σε αυτά.
Ένα βήμα μπροστά.
Τα πόδια μου έχουν βγάλει κάλους. Φοβάμαι. Κάνει κρύο. Φοβάμαι μη με σκοτώσουν όσοι βρίσκονται πίσω μου, για να μου πάρουν τη θέση. Φοβάμαι. Φοβάμαι μη σκοτώσω το μπροστινό μου, για να του πάρω τη θέση. Φοβάμαι. Φοβάμαι μην αρχίσουν να σπρώχνουν όσοι βρίσκονται πίσω μου και γίνουμε σαν πιεσμένο ακορντεόν που φτύνει φάλτσα βογγητά. Φοβάμαι. Φοβάμαι μην είμαι μέρος της ουράς ενός άγριου κτήνους. Ενός κτήνους που κοιμάται κι όταν ξυπνήσει θ’ αρχίσει λυσσασμένο να κυνηγά την ουρά του. Φοβάμαι. Είμαι φοβητσιάρης, κατουρλής και μαμάκιας. Ναι! Το παραδέχομαι. Αλλά ξέρω να περιμένω σε ουρές. Δε δημιουργώ πρόβλημα ποτέ. Έχω μάθει να είμαι ήσυχος πια. Με την ησυχία μου δεν υπάρχει ρίσκο. Ξέρω να περιμένω σε ουρές. Πάντα έρχεται η σειρά μου τελικά. Όπως και τώρα. Να! Είμαι ο επόμενος. Επιτέλους.
Ένα βήμα μπροστά.
Βλέπω τον εαυτό μου μέσα σε ένα καθρέφτη, να κοιτάζει τον εαυτό μου μέσα σε ένα καθρέφτη που είναι ο εαυτός μου και κοιτάζει σε ένα καθρέφτη τον εαυτό μου, να κοιτάζει σε ένα καθρέφτη τον εαυτό μου, που κοιτάζει σε ένα καθρέφτη τον εαυτό μου, να κοιτάζει σε έναν καθρέφτη τον εαυτό μου που κοιτάζει τον εαυτό μου σε έναν καθρέφτη, να κοιτάζει μέσα στον καθρέφτη τον εαυτό μου και αυτό συνεχίζεται συνεχώς, μέχρι εκεί που φτάνει το βλέμμα μου, μια τεραστία ουρά από τον εαυτό μου να κοιτάζει σε έναν καθρέφτη τον εαυτό μου! Και στο τέλος, εκεί στο βάθος, νομίζω βλέπω σ’ ένα πράσινο λιβάδι με αγριοκέρασα, τα όνειρα που έκανα μικρός να τρέχουν και να σκοντάφτουν σε μικρές πέτρες και να στάζουν αίμα. Κι όπου στάζουν να φυτρώνουν αγριοκέρασα κι εκείνη περνάει, ξηλώνει αγριοκέρασα και τα τρώει. Φάε γλυκιά μου. Φάε. Μόνο πρόσεχε… Πρόσεχε, μη σου στάξουν τα ζουμιά και λερωθείς.

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

σταγόνες

και τι έγινε που λυγίσανε πάλι οι σκεπές απο το βάρος της βροχής?
οι σκεπές είναι αναλώσιμες,η βροχή όχι.
εκείνη φοράει τα υδάτινα πταίσματά της και κατεβαίνει όποτε της αρέσει,
όποτε δει πολύ ήλιο να συμβαίνει.

κι εσύ πιο πέρα βρεγμένος και απρόσιτα σκυφτός
καταδικάζεις κάθε σταγόνα
που προτίμησε να πέσει στο χώμα από το να μείνει στον ουρανό της.

προτίμησε να προτιμήσει την πτώση.
και στεναχωριέσαι μαζι τους,
θρηνείς και μοιρολογείς...
κάθε που δειλιάζουν να σταματήσουν
αυτην την αδίστακτη πορεία αναμνήσεων
απο τους παρελθόντες ουρανούς
στα έδω χώματα.

κι είναι κρίμα που δεν ξέρει κανείς να σου πεί αν είναι αλήθεια,
οτι πέφτουν
μόνο και μόνο για να ξανανέβουν πιο σίγουρες στα σύννεφα τους.

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2010

θυμάμαι

- θυμάσαι που πέφτανε οι ματιές πριν δούνε;
- θυμάμαι θα πω.
- θυμάσαι όταν το φεγγάρι έφεγγε μόνο για να το γράψουμε εμείς;
- θυμάμαι θα πω.
- τότε που ξαποστέναμε τις ανησυχίες στα γέλια μας;
- ναι,θυμάμαι θα πω.
- θυμάσαι τότε που περπατούσαμε φωτεινές διαδρομές εκεί;
- ναι,θυμάμαι.
- όταν χλευάζαμε το παρελθόν που ρωτούσε πότε θα γίνουμε δικοί του;
- θυμάμαι.
- θυμάσαι τότε που βγάζαμε τα ρούχα μας για λάβαρα του
"εδώ υπάρχει έρωτας";
- θυμάμαι.
- θυμάσαι ένα πάρκο κι έναν ουρανό (στάχτη) που μας σκέπασε;
- θυμάμαι.

- θυμάσαι που...;
- θυμάμαι που δεν...

- θυμάσαι που δάκρυζες;
- θυμάμαι που δάκρυζες.

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010

Ερωτική Εξομολόγηση


[photo by: Edouard Boubat]


Αεράκι δροσερό φυσά τις νύχτες μου πλέον.
Με ταξιδεύει σε κρυστάλλινα νερά. Επιπλέω.
Σα φύσημα απ' το ζεστό σου Νότο που κινεί
κάθε κύμα στις εφτά γαλάζιες θεές, ώσπου
να διαλυθούν, ακανόνιστα, σε χρυσαφένιες αμμουδιές.

Πάνω στη Φρεσκάδα σου, τα σύννεφα πετούν κι
ο ουρανός σαν πλαστελίνη τα πλάθει στη μορφή σου.
Τούτη η Φρεσκάδα με κυκλώνει απ' όταν σ' άγγιξα.
Τις Σειρήνες άκουσα κι είδα ό,τι αντίκρυσε ο Ορφέας.
Θα είσαι το λάφυρο που ψάχνουν οι κλέφτες και
η αλήθεια που κρύβουν οι ψεύτες.


Μικρό μου νέο, αυθεντικό, μάθε κι αυτό:
Πως της Φρεσκάδας σου ο αυλός είναι τώρα ενεργός!
Ήχους σκαρώνει. Με γαργαλά και με θαμπώνει, συνεχώς.
Φύσα ένα συναίσθημα δικό σου και μια νότα θα μας
παίξει πριν την παύση. Μια νότα μουσική,
φάλτσα ή σωστή. Του Πάνα Μελωδία Ερωτική.

Θα σε κοιτώ με του κινδύνου την αγνοία
που τα μικρά παιδιά στο βλέμμα τους φυλάνε.
Το ξέρω από κάποιον κοκκινολαίμη,
καταδικασμένο μ' ανθρώπινη φωνή να τραγουδά,
πως αν ρωτήσω τα δύο ντροπαλά σου στήθια
θ' ακούσω απ' την αρχή όλα τα παραμύθια
που με happy end τελειώνουν.

Είν' όλα μάταια μικρή μου.
Η Φρεσκάδα τούτη θα τελειώσει.
Βλέπεις...; Ο Χρόνος Ποτέ του δε θα σώσει.
Μα η Φρεσκάδα σου αυτή, της νιότης η κληρονομιά σου,
όσο κρατήσει, χρόνο για 'σένα και για 'μένα θα κερδίσει.
Μέχρι ψέλλισμα να γίνει, δάκρυ που λούζει μια χορδή
κι εκείνη τρέμει, σπαράζει ουρλιάζοντας "Αντίο"/ "Fin".

Ως τότε, ίσως αξίζει να χορεύουμε γυμνοί
στου ορίζοντα την πολύχρωμη γραμμή,
με τέμπο που κρατεί, υπομονετικά και παθιασμένα
του μισοφέγγαρου η μυστήρια και σκοτεινή αναπνοή.
Κι όσο τελειώνει το φεγγάρι, τ' άστρα σβήνουν.

Λίγο πριν ξημερώσει, η μουσική δε θα τελειώσει
για δυο θα συνεχίσει, τα στολίδια τ' ουρανού να ρίξει.
Να ψιθυρίσουμε μαζί την ίδια ευχή μήπως και πιάσει:
"Ποτέ μα Ποτέ να μην Περάσει!".
Σπατάλησε τον, ξόδεψέ τον αλόγιστα.
Μην κρατήσεις ούτε μια στάλα γι' αργότερα,
μην τυχόν και είν' αργά.

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2010

στο Βερολίνο

Photobucket

στο Βερολίνο,
όταν χιονίζει οι άνθρωποι περπατάνε με τα χέρια,
οι καμινάδες καπνίζουν τόσο πολύ που γεμίζουν τον ουρανό,κρύβουν τον ήλιο.

στο Βερολίνο,
τα τρένα έχουν παντού το ελευθέρας,πάνε όπου τους καπνίσει.
οι άνθρωποι τ'ακολουθούν σχολαστικά παρα τ' αύτα
κι ο χρόνος μετράει τα θύματα του.

στο Βερολίνο,
οι αγάπες μαθαίνουν να σβήνουν στα αλκοολούχα ποτά
και τα αλκοολούχα ποτά μαθαίνουν να σβήνουν τις αγάπες.
πόσο άφοβα αγαπάμε?

στο Βερολίνο
οι πρωτοχρονιές είναι ελαττωματικές
Δεν ασχολήθηκε ποτέ κανείς σοβαρά με το γιατί...
ίσως γιατί τα γρανάζια ακούγονται δυνατότερα όταν χαλάνε.

στο Βερολίνο,
μια μπαλαρίνα χόρευε στο χιόνι.

στο Βερολίνο,
ξεχνάς οτι υπάρχουν άστρα.
Δεν λείπουν μόνο τα ίδια,λείπουν και οι αφορμές για να τα ψάξεις.

στο Βερολίνο,
μην παραπατήσεις πουθενά,
μην ακουμπήσεις,
μην σταθείς,
ασυμμετρίες απαγορεύονται!

στο Βερολίνο,
μάλλον χρέωσα πολλά,
ιδιοτέλεια,αδυναμία κι ακεφιά
ποινές που αδίστακτα ο νούς μου μου ορίζει
με βασανίζει
το γιατί...
μα αυτάρεσκα μια απάντηση μου δίνω,
Βερολίνο.

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2010

TOYK 120



   Διασχίζει το στενό. Περπατά με άνεση και χάρη πάνω στις γόβες της. Ψηλοτάκουνες, κόκκινες γόβες στιλέτο. Μυρίζει σάπιο κρέας. Μερικές φωνές έχουν ξεμείνει στον άνεμο:
“Εδώ το καλό ντόπιο κρέας!”. Γυμνές κούκλες στις βιτρίνες. Ξεπούλημα και φέτος. Τα τακούνια τσιμπούν την κρούστα του τσιμέντου. Κρούστα από ξεραμένο αίμα, κάτουρο αδέσποτων, μουσταρδί γόπες, καμένο λάστιχο και χλέπες. Περπατά σταθερά. Τα στιλέτα στις φτέρνες της ραγίζουν την κρούστα. Τη σπάζουν σαν τσόφλι αυγού. Γεμίζει ρωγμές και φτύνει ψίθυρους στο σκοτάδι “Τουκ – Τουκ”. Μια ουρά από ψίθυρους πίσω της. Το σκάνε απ' τις ρωγμές της κρούστας, σκάνε με δύναμη στους λεπρούς σοβάδες και πίνουν Azax γλιστρώντας στ’ αόρατα τζάμια. Σε κάθε χτύπημα δυναμώνουν “ΤΟΥΚ – ΤΟΥΚ”. Πάνε από τοίχο σε τοίχο. Μόλις φτάσουν στην Αθηνάς είναι κραυγές που πεθαίνουν ουρλιάζοντας στις ρόδες των αμαξιών “Τουκ-Τουκ-Τουκ…”.
   Φτάνει στη γωνιά της. Σταματά. Τα “Τουκ” που ξέμειναν πίσω της αυτοκτονούν ένα-ένα “Tουκ 120- Τουκ 119”. Πέφτει χιονόνερο. Λίγα κορίτσια. Οι περισσότερες μαύρες. Δε φαίνονται καν. Μόνο τα μάτια τους, σαν στολίδια που κρέμονται στη νύχτα. "Τουκ 110-Τουκ 109" η μυρωδιά απ’ τη Βαρβάκειο ακόμα έντονη. Ανάβει τσιγάρο. Ένα ακόμα Lucky Strike. Λες να ‘ναι το τυχερό; Πίνει δυο τζούρες. Τις φτύνει μαζί. Παιχνιδίζουν στο σκοτάδι σα χαλασμένα φαντάσματα "Τουκ 100-Τουκ 99". Φεύγουν ψηλά. Χάνονται. Άλλη μια τζούρα. Τη φυσά σα μηδενικό. Την ακολουθεί ψηλά. Τη βλέπει να διαλύεται μπροστά στα παράθυρα "Τουκ 87-Τουκ 86". Στολίδια. Μια περίεργη έκθεση. Λες και τα παράθυρα των πολυκατοικιών είναι πίνακες. Πίνακες με στολισμένα καράβια και δέντρα. Καράβια που ταξιδεύουν άγονη γραμμή. Πατάρι – παράθυρο μια τo χρόνο. Λαμπάκια πολύχρωμα. Κακόγουστη έκθεση "Τουκ 65- Τουκ 64". Ίσως και τα δεντράκια να 'ναι στολισμένα απ’ την πλευρά του παραθύρου κι απ’ την άλλη να ‘ναι γυμνά. Άλλη μια τζούρα να φουλάρουν τα πνευμόνια "Τουκ 57". Όλοι βιάζονται να φύγει ο γαμιόλης. Ένας ήχος χύνεται πηχτός απ τα λαμπάκια που τρεμοσβήνουν. Χριστουγεννιάτικα σουξέ ανακατεύονται με το τζάμπα μουρμουρητό που φτάνει απ' το Σύνταγμα "Τουκ 40-Τουκ 39". Κι άλλη τζούρα. Το τσιγάρο τελειώνει. Το πετά σε μια μικρή γούβα γεμάτη λασπόνερο. Πνίγεται. Οι μικρές ψιχάλες μεγαλώνουν. Αστράφτει "Τουκ 30". Βλέπει τη φάτσα της να καθρεφτίζεται σε μια σταγόνα. Αυτή πέφτει στο δρόμο και σπάει σε μικρότερες στάλες. Τώρα το πρόσωπό της έχει σπάσει σε δεκάδες μικρές στάλες. Κυλούν. Ενώνονται με το μικρό ρυάκι από λασπόνερο και πέφτουν στον υπόνομο "Τουκ 19- Τουκ 18". Ανοίγει το τσαντάκι της. Βγάζει μικρό καθρεφτάκι και κόκκινο κραγιόν. Χαϊδεύει τα χείλια της. Τώρα μάλιστα. Είναι κι η αφεντιά της στολισμένη "Τουκ 7". Τα φώτα στα παράθυρα σβήνουν. Απόλυτο σκοτάδι "Τουκ 4 -Τουκ 3". “Καλή χρονιά” ψιθυρίζει. Ένα πυροτέχνημα σκάει στον ουρανό "Τουκ 2-Τουκ 1". Κόκκινες ανταύγειες παντού. Τα φώτα ανάβουν. Πάει ο παλιός ο χρόνος.
   Όλα φώτισαν και πάλι. Εκτός απ' τη γωνιά της. Πανηγυρισμοί ακούγονται από παντού. Οι φελλοί απ’ τις φτηνές σαμπάνιες εκτοξεύονται. Οι αφροί χύνονται. Κομπλιμέντα τσουγκρίζουν κι ευχές στραπατσάρονται. Καρμπόν sms ταξιδεύουν. Χάνονται. Στριμώχνονται στο ψηφιακό μποτιλιάρισμα. Κανένας πελάτης ακόμα.
   Οι μουσικές δυναμώνουν μαζί με τη βροχή. Ένα αμάξι πλησιάζει. Επιτέλους! Τα φώτα τσαλακώνουν τη σκιά στα μάτια της. Σταματά μπροστά της. Το φιμέ τζάμι κατεβαίνει αργά. Πλησιάζει κουνώντας τους γλουτούς της σα ξεχαρβαλωμένη μαριονέτα. Σουφρώνει τα χείλη. Σκύβει στο τζάμι. Το κορμί της σχηματίζει ορθή γωνιά προσφέροντας πλήρη θέα στα στήθια της. Μέσα δυο φουσκωτοί. Ο οδηγός κοιτά μπροστά. Ο συνοδηγός την κόβει από πάνω ως κάτω.
    -Καλή χρονιά δεσποινίς ή μήπως κυρία; Σκάει στα γέλια.
    - Τσου. Πουτανίτσα είμαι αγόρια αλλά κι ό,τι άλλο γουστάρετε!
    - Που είναι οι φιλενάδες σου μωρή καργιόλα; Τελευταία ξέμεινες μωρή σαβούρα;
Κατεβάζει το μπλουζάκι της και δείχνει τα στήθια της. Ο οδηγός τα γραπώνει και τα ζουλά.
“Για κάνε μια στροφή να σε δούμε!” της λέει κοφτά και πατά την κόρνα. Πάει μπροστά στ’ αμάξι, γλιστράει στο καπό και χαϊδεύεται. Επιστρέφει στον οδηγό.
    -Λοιπόν; Σας σηκώθηκε ή ακόμα;
    -Και των πεθαμένων θα σηκωνόταν καύλα. Πως σε είπαμε;
    - Μπλάνς. Αλλά δε γαμιέμαι με δύο μαζί. Ένας - ένας αν θέλετε.
    -Έχεις και προτιμήσεις καργιολάκι. Χαχα! Δεν πρόκειται για 'μάς. Αλλά θα πληρωθείς καλά.



   Τα τακούνια κοιτάνε το ταβάνι. Όλοι θέλουν να σε γαμάνε με τις γόβες. Έτσι κι αυτός. Ένας τριχωτός πενηντάρης τη γαμούσε. Η κοιλιά του την πλακώνει. Η ανάσα του βρωμά. Είναι ντυμένος Άγιος Βασίλης. Της είχε δώσει να φορά μια στέκα με κερατάκια ταράνδου. Η Μπλανς μετρά αντίστροφα "Τουκ 100-Τουκ 99". Της ζητά να του πει βρωμόλογα και της δίνει χαστουκάκια."Τουκ 80" "Γάμα με Άγιε Βασίλη!". "Δώσε μου το δώρο μου Άγιε Βασίλη". "Τι μεγάλο δώρο που μου ‘φερες Άγιε Βασίλη"."Τουκ 65" "Ήμουν κακό κορίτσι Άγιε Βασίλη!". "Μπες στην καμινάδα μου Άγιε Βασίλη". "Έχει πάρει φωτιά το τζάκι Άγιε Βασίλη!!"."Τουκ 43- Τουκ 42". Αυτό ήταν.Λιγότερο απ' ότι περίμενε. Ο χοντρός χύνει φωνάζοντας "ΧΟ ΧΟ ΧΟ".
   Βγάζει απ' το πορτοφόλι του 100 ευρώ και της τα δίνει. Η Μπλανς βλέπει το γεμάτο πορτοφόλι καθώς ντύνεται και σκουπίζει τα χύσια του από πάνω της. Εκείνος ακουμπά το πορτοφόλι στο κομοδήνο κι αρχίζει να δένει τα κορδόνια του. Η Μπλανς κοιτά μια εκείνον και μια το πορτοφόλι. Μια το μάυρο δέρμα που ασφυκτιά απ' τα χαρτονομίσματα και μια τις μουσκεμένες τρίχες που πετάγονται απ’ τον καβάλο του. Βγάζει την κόκκινη γόβα της. Τον πλησιάζει. Του την καρφώνει με δύναμη στο κεφάλι. Μια κηλίδα αίμα αρχίζει να στάζει και να μουσκεύει τη λευκή γενειάδα που φορούσε. Αρπάζει το πορτοφόλι. Φεύγει βιαστικά.

   Ο νέος χρόνος ξημερώνει. Κατεβαίνει τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου φορώντας το ένα τακούνι της. Οι δρόμοι γεμάτοι από κάθε κάστα. Μεθυσμένοι πιτσιρικάδες, θυμωμένες χαζογκόμενες, αγουροξυπνημένοι ταρίφες και ξερατά. Περπατά βιαστικά. Δεν είναι και λίγα 3283 ευρώ. Ένα τρένο για επαρχία κι άντε γεια. Άντε να τη βρουν. Θ’ αλλάξει το μαλλί. Θα γίνει κομμώτρια ή θα βρει κάνα βλαχαδερό να ανοίξει δικό της κομμωτήριο. Θα βάλει κιλά πολλά να μη τη γαμάνε πια με ευχαρίστηση. Άντε και καλή τύχη μάγκες. Φτάνει στον ηλεκτρικό. Κατεβαίνει στην αποβάθρα. Ο ηλεκτρικός θα ξεκινήσει σε 2 λεπτά. Ένας πλανώδιος κιθαρίστας προχωρά κατά μήκος της αποβάθρας. Την πλησιάζει. Του δίνει 3 ευρώ. Αυτός κάθεται κοντά της κι αρχίζει να τραγουδά:


"She takes just like a woman, yes, she does
She makes love just like a woman, yes, she does
And she aches just like a woman
But she breaks just like a little girl"

   Ακούει το τρένο. Φτάνει. Τι ωραίος ήχος. Πάντα της άρεσε ο ήχος του τρένου. Μ’ ένα τέτοιο θα φύγει. Όπου τύχει. Ο ήχος πλησιάζει. Τι όμορφος ήχος. Κοιτά τις ράγες. Τις γουστάρει τις ράγες. Βλέπει τα πόδια της. Είχε ξεχάσει πως φορούσε το ένα τακούνι της ,μόνο. Ο ήχος πλησιάζει. Τι όμορφος ήχος. Σκύβει να βγάλει το τακούνι. Μια γλιτσερή κρούστα είναι κολλημένη στο στιλέτο. Γλιστρά. Σκάει στις ράγες. Ο ήχος πλησιάζει. Τι όμορφος ήχος.

Ο κόσμος μαζεύεται στο σημείο. Ο κιθαρίστας με δυο στάλες αίμα πάνω του συνεχίζει να τραγουδά ενώ ο ήχος του τρένου σταματά. Τι όμορφος ήχος.

 "She takes just like a woman, yes, she does
She makes love just like a woman, yes, she does
And she aches just like a woman
But she breaks just like a little girl"