Ο ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ Τ’ΟΥΡΑΝΟΥ
Ειρωνικότερος κι απ’τα σημεία στίξης, πιο ευέλικτος κι από ‘να νόμισμα, σκληρότερος κι απ’το ίδιο το θέατρο
Φιλόδοξος όσο ένα μελλοντικό μουσείο
Είναι το λούσο δυο ματιών μπροστά απ’το τζάκι, το πείσμα της μελάνης, το μαράζι του ρυακιού
Αυτός που βουτάει στα έγκατα μιας τουλίπας αναζητώντας το μάγμα των χειλιών σου
Είμαι η ροπή των δαχτύλων μου
Δευτέρα 17 Μαΐου 2010
Οφθαλμαπάρτυ
Προφανώς, έτσι είναι. Πραγματικότητα μέχρι εκεί που φτάνουν τα μάτια. Όλα καλοβαλμένα, ως και την ευτελή λεπτομέρεια. Δαύτος, ναι αμέ και δαύτος, ένα κομμάτι κρέας να πάλλεται στο tempo. Tempo σιωπηρό, χορευτικό μα και πρωταρχικό. Μαρτυρικά πρωταρχικό. Προφανώς.
Έμεινε τελευταία. Ένα slim τσιγάρο στέκεται καυλωμένο ανάμεσα στα χείλια της. Εκεί, στη μικρή λακκούβα του κάτω χείλους της, το γαμημένο. Ανοίγει το στόμα της. Το τσιγάρο πέφτει στο πάτωμα. Ο καπνός ζωγραφίζει, με διάφανα σπιράλ φαντάσματα, την πτώση. Χάμω τώρα. Μια ευθεία γραμμή καπνού ορειβατεί ως το ταβάνι. Πλησιάζει σε δαύτον. Η τελευταία χειραψία της βραδιάς. Το χέρι ζεσταίνεται για δεύτερα. Φεύγει. Ο υπέροχος κώλος στο ξεκίνημα των ποδιών της κουνιέται στο tempo. Tempo σιωπηρό, χορευτικό μα και πρωταρχικό. Μαρτυρικά πρωταρχικό. Τα κότσια του υποχωρούν, πανηγυρίζοντας διακριτικά, όσο οι σάλπιγγες ανάμεσα στα σκέλια της ψάλλουν το εμβατήριο της υποχώρησης με πάθος. Λες και παίζουν στο Carnegie Hall οι καριόλες. Καλά κάνουν. Είναι κρίμα να νικάς όταν υπάρχει τόσο ωραία μουσική για να χάσεις. Και τώρα μόνος. Τέρμα οι χαιρετούρες. Οφθαλμοφανώς πανομοιότυπες. Σαν την έκθεση απ’ τις φωτοτυπίες των οπισθίων του Δ.Σ. της Α.Ε. με την επωνυμία :“Προτιμότερο να σου βγει τ’ όνομα παρά το επώνυμο αλλά ακόμα καλύτερα να ‘χεις απλά ένα ευφάνταστο παρατσούκλι ” λίγο μετά το launch break και ελάχιστα πριν το meeting που κάνει και δαύτον ν’ απεχθάνεται τη δουλειά του. Προβαρισμένα χαμόγελα ξεσηκωμένα από διαφημίσεις οδοντόκρεμας, υιοθετημένες ατάκες αγνώστου πατρός και «Εις το επανιδείν» ίδια μ’ αυτά που ακούγονται στα προεκλογικά κέντρα λίγο πριν τα exit poll. Α! Και βλέμματα.
Ladies and gents… το reunion μόλις σπαταλήθηκε. Σπαταλήθηκε με τόση δεξιοτεχνία, όση και η 7η ώρα της Παρασκευής: «Οικιακή Οικονομία». Είναι μόνος στο ρημαγμένο σαλόνι του. Οι τοίχοι γεμάτοι από σχολικές φωτογραφίες. Φαίνεται καλή ιδέα ακόμα. Χάμω ένα τσιγάρο slim καπνίζει, πατημασιές που μαρτυρούν πως κανείς δεν ξέρει χορό φαινομενικά, τρίμματα από barbecue chips – μπαγιάτικα σαν τ’ αστεία του προέδρου του δεκαπενταμελούς που ακόμα ζούσε απ’ τη μίζα που ‘χε βγάλει απ’ τα t- shirt της πενταήμερης-, μικρά κοφτερά γυαλιά κι απροσδιόριστες συμπυκνωμένες μπίχλες. Λες και βλέπει στα πλακάκια, να καθρεφτίζεται η φάτσα του 23 χρόνια πριν. Τότε που τα ‘βάζε με την ακμή λίγο πριν το ραντεβού, παλεύοντας να δείχνει δέκα μέρες μεγαλύτερος. Όλα δείχνουν τελείως χάλια. Ανεπανόρθωτα χάλια, σαν τη ψυχολογία της καθηγήτριας ιστορίας τους – που διατηρούσε τη μεγαλύτερη συλλογή από γελοία τικ στη μούρη της- μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι του διαλείμματος ή του επόμενου γύρου σε κάποιο ρινγκ, που όλοι στοιχημάτισαν στο χαμένο εκτός απ’ τον παππού με την αξιαγάμητη γκόμενα στα γόνατά του. Πίνει την τελευταία γουλιά bourbon. Αφήνεται. Σκάει στον τοίχο. Απορυθμίζεται. Το στόμα του εκτοξεύει το bourbon σα ζουληγμένη μπουγελόφατσα. Το bourbon πετά και πέφτει σταγόνα – σταγόνα σαν ανοιξιάτικη, βρώμικη μπόρα. Μια σταγόνα σέρνεται ως την καύτρα του slim τσιγάρου. Το τσιγάρο τσιτσιρίζει. Τσιτσιρίζει ένα tempo. Tempo σιωπηρό, χορευτικό μα και πρωταρχικό. Μαρτυρικά πρωταρχικό.
Το bourbon αρπάζει. Μικρές φωτιές παντού. Τσουρουφλίζουν τα πάντα. Οι φιγούρες στις σχολικές φωτογραφίες ζωντανεύουν. Α! τα βλέμματά τους. Γεμάτα από προσδοκίες που ντόπαραν. Τώρα σοδομίζουν δίχως ίχνος ευχαρίστησης. Ένας – ένας βγαίνουν απ’ τις φωτογραφίες και χάνονται στις φλόγες. Κανείς τους δεν ήρθε σήμερα. Κάποιοι άλλοι ήρθαν που τους έμοιαζαν. Άγνωστοι όλοι. Άλλοι. Το puzzle πρέπει να ήταν λειψό εξ’ αρχής.
Ένα μάτσο click για view σε profiles –ταυτόχρονα και συγχρονισμένα – το εκκωφαντικό χειροκρότημα. Το τσιτσίρισμα έσβησε ανεπαίσθητα.
Σειρήνες. Ήχος πυροσβεστήρα. Ανοίγει τα μάτια. Το ταβάνι καταρρέει. Το φως σκάει μέσα.
Το τελευταίο που είδε : Ένα μίνι ουράνιο τόξο στις αποχρώσεις του γκρι που δεν άρχιζε και δεν κατέληγε πουθενά.
«Ραντεβού στο τέλος του ουράνιου τόξου, εκεί που βρέχει χρώματα, μυρωδιές από αρώματα και ζαχαρωτά φωσφορίζουν το βράδυ φλερτάροντας τις γλώσσες. Εκεί που ζουν τα πρόθυμα κορίτσια και τα ντροπαλά αγόρια. Εκεί. Εκεί που η αγάπη και το μίσος θα γαμηθούν ξανά -παρά την κατακραυγή- κι απ’ την αιμομιξία τους θα εκραγούν και θα σκορπιστούν σε μικρές, απροσδιόριστες, συμπυκνωμένες μπίχλες. Και κάθε φορά που τυχαίνει να κυλιόμαστε στη μπίχλα, «Σ’ ερωτεύομαι» θα σου ψιθυρίζω. Μέχρι να γίνουμε κι εμείς μια απροσδιόριστη, συμπυκνωμένη μπίχλα, χάμω.»
Εμφανώς, έτσι θα είναι. Φαντασίωση μέχρι εκεί που φτάνει η ανάσα. Όλα κακοβγαλμένα, ως και την ευτελή λεπτομέρεια. Δαύτος , ναι αμέ και δαύτος, μια οφθαλμαπάτη με πόδια που έχασε το tempo. Tempo σιωπηρό, χορευτικό μα και πρωταρχικό. Μαρτυρικά πρωταρχικό. Εμφανώς.
Έμεινε τελευταία. Ένα slim τσιγάρο στέκεται καυλωμένο ανάμεσα στα χείλια της. Εκεί, στη μικρή λακκούβα του κάτω χείλους της, το γαμημένο. Ανοίγει το στόμα της. Το τσιγάρο πέφτει στο πάτωμα. Ο καπνός ζωγραφίζει, με διάφανα σπιράλ φαντάσματα, την πτώση. Χάμω τώρα. Μια ευθεία γραμμή καπνού ορειβατεί ως το ταβάνι. Πλησιάζει σε δαύτον. Η τελευταία χειραψία της βραδιάς. Το χέρι ζεσταίνεται για δεύτερα. Φεύγει. Ο υπέροχος κώλος στο ξεκίνημα των ποδιών της κουνιέται στο tempo. Tempo σιωπηρό, χορευτικό μα και πρωταρχικό. Μαρτυρικά πρωταρχικό. Τα κότσια του υποχωρούν, πανηγυρίζοντας διακριτικά, όσο οι σάλπιγγες ανάμεσα στα σκέλια της ψάλλουν το εμβατήριο της υποχώρησης με πάθος. Λες και παίζουν στο Carnegie Hall οι καριόλες. Καλά κάνουν. Είναι κρίμα να νικάς όταν υπάρχει τόσο ωραία μουσική για να χάσεις. Και τώρα μόνος. Τέρμα οι χαιρετούρες. Οφθαλμοφανώς πανομοιότυπες. Σαν την έκθεση απ’ τις φωτοτυπίες των οπισθίων του Δ.Σ. της Α.Ε. με την επωνυμία :“Προτιμότερο να σου βγει τ’ όνομα παρά το επώνυμο αλλά ακόμα καλύτερα να ‘χεις απλά ένα ευφάνταστο παρατσούκλι ” λίγο μετά το launch break και ελάχιστα πριν το meeting που κάνει και δαύτον ν’ απεχθάνεται τη δουλειά του. Προβαρισμένα χαμόγελα ξεσηκωμένα από διαφημίσεις οδοντόκρεμας, υιοθετημένες ατάκες αγνώστου πατρός και «Εις το επανιδείν» ίδια μ’ αυτά που ακούγονται στα προεκλογικά κέντρα λίγο πριν τα exit poll. Α! Και βλέμματα.
Ladies and gents… το reunion μόλις σπαταλήθηκε. Σπαταλήθηκε με τόση δεξιοτεχνία, όση και η 7η ώρα της Παρασκευής: «Οικιακή Οικονομία». Είναι μόνος στο ρημαγμένο σαλόνι του. Οι τοίχοι γεμάτοι από σχολικές φωτογραφίες. Φαίνεται καλή ιδέα ακόμα. Χάμω ένα τσιγάρο slim καπνίζει, πατημασιές που μαρτυρούν πως κανείς δεν ξέρει χορό φαινομενικά, τρίμματα από barbecue chips – μπαγιάτικα σαν τ’ αστεία του προέδρου του δεκαπενταμελούς που ακόμα ζούσε απ’ τη μίζα που ‘χε βγάλει απ’ τα t- shirt της πενταήμερης-, μικρά κοφτερά γυαλιά κι απροσδιόριστες συμπυκνωμένες μπίχλες. Λες και βλέπει στα πλακάκια, να καθρεφτίζεται η φάτσα του 23 χρόνια πριν. Τότε που τα ‘βάζε με την ακμή λίγο πριν το ραντεβού, παλεύοντας να δείχνει δέκα μέρες μεγαλύτερος. Όλα δείχνουν τελείως χάλια. Ανεπανόρθωτα χάλια, σαν τη ψυχολογία της καθηγήτριας ιστορίας τους – που διατηρούσε τη μεγαλύτερη συλλογή από γελοία τικ στη μούρη της- μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι του διαλείμματος ή του επόμενου γύρου σε κάποιο ρινγκ, που όλοι στοιχημάτισαν στο χαμένο εκτός απ’ τον παππού με την αξιαγάμητη γκόμενα στα γόνατά του. Πίνει την τελευταία γουλιά bourbon. Αφήνεται. Σκάει στον τοίχο. Απορυθμίζεται. Το στόμα του εκτοξεύει το bourbon σα ζουληγμένη μπουγελόφατσα. Το bourbon πετά και πέφτει σταγόνα – σταγόνα σαν ανοιξιάτικη, βρώμικη μπόρα. Μια σταγόνα σέρνεται ως την καύτρα του slim τσιγάρου. Το τσιγάρο τσιτσιρίζει. Τσιτσιρίζει ένα tempo. Tempo σιωπηρό, χορευτικό μα και πρωταρχικό. Μαρτυρικά πρωταρχικό.
“What does it matter, a dream of love
Or a dream of lies...
......................
'Cause hell is boiling over
'Cause hell is boiling over
And heaven is full
We're chained to the world
And we all gotta pull”
Το bourbon αρπάζει. Μικρές φωτιές παντού. Τσουρουφλίζουν τα πάντα. Οι φιγούρες στις σχολικές φωτογραφίες ζωντανεύουν. Α! τα βλέμματά τους. Γεμάτα από προσδοκίες που ντόπαραν. Τώρα σοδομίζουν δίχως ίχνος ευχαρίστησης. Ένας – ένας βγαίνουν απ’ τις φωτογραφίες και χάνονται στις φλόγες. Κανείς τους δεν ήρθε σήμερα. Κάποιοι άλλοι ήρθαν που τους έμοιαζαν. Άγνωστοι όλοι. Άλλοι. Το puzzle πρέπει να ήταν λειψό εξ’ αρχής.
Ένα μάτσο click για view σε profiles –ταυτόχρονα και συγχρονισμένα – το εκκωφαντικό χειροκρότημα. Το τσιτσίρισμα έσβησε ανεπαίσθητα.
“And we're all gonna be
...just dirt in the ground”
Σειρήνες. Ήχος πυροσβεστήρα. Ανοίγει τα μάτια. Το ταβάνι καταρρέει. Το φως σκάει μέσα.
Το τελευταίο που είδε : Ένα μίνι ουράνιο τόξο στις αποχρώσεις του γκρι που δεν άρχιζε και δεν κατέληγε πουθενά.
«Ραντεβού στο τέλος του ουράνιου τόξου, εκεί που βρέχει χρώματα, μυρωδιές από αρώματα και ζαχαρωτά φωσφορίζουν το βράδυ φλερτάροντας τις γλώσσες. Εκεί που ζουν τα πρόθυμα κορίτσια και τα ντροπαλά αγόρια. Εκεί. Εκεί που η αγάπη και το μίσος θα γαμηθούν ξανά -παρά την κατακραυγή- κι απ’ την αιμομιξία τους θα εκραγούν και θα σκορπιστούν σε μικρές, απροσδιόριστες, συμπυκνωμένες μπίχλες. Και κάθε φορά που τυχαίνει να κυλιόμαστε στη μπίχλα, «Σ’ ερωτεύομαι» θα σου ψιθυρίζω. Μέχρι να γίνουμε κι εμείς μια απροσδιόριστη, συμπυκνωμένη μπίχλα, χάμω.»
Εμφανώς, έτσι θα είναι. Φαντασίωση μέχρι εκεί που φτάνει η ανάσα. Όλα κακοβγαλμένα, ως και την ευτελή λεπτομέρεια. Δαύτος , ναι αμέ και δαύτος, μια οφθαλμαπάτη με πόδια που έχασε το tempo. Tempo σιωπηρό, χορευτικό μα και πρωταρχικό. Μαρτυρικά πρωταρχικό. Εμφανώς.
Τετάρτη 12 Μαΐου 2010
η εποχή της διαφθοράς
να αφήσουμε τα όνειρα μας στους τροχούς?
κρυστάλλινες μπαλαρίνες χορεύουν μέσα στα σίδερα,
οι δακρυγόνες αιτίες μόνο σε μεταλλικά μπουκαλάκια
και ο ορίζοντας μακριά όπως πάντα
παντού σημάδια φωτιάς,χάνουμε έδαφος
όσο χαμογελάμε στις φλόγες,χάνουμε έδαφος
μην μου κλείνεις τα μάτια,χάνουμε έδαφος
μείναμε πολλοί-λίγοι,χάνουμε έδαφος
παραιτήθηκε η άνοιξη,τέλος οι αυθορμητισμοί της
και οι αμυγδαλιές καταπίνουν τα θαρραλέα φύλλα τους
αρχίσαμε να συμπαθούμε τους χειμώνες τώρα
παθητικά,σιγά-σιγά,στα σίγουρα
οι νεολαίοι εραστές δεν κοιτάνε ψηλά
χαμηλώνουν το βλέμμα στις σειρήνες των πυροσβεστικών
και λιμνάζουν οι επαναστάσεις στα μυαλά τους
λιμνάζουν οι επαναστάσεις στα μυαλά τους
καπνοί κι αδίστακτοι καιροί για προσευχές
οι ποιητές μετακόμισαν σε άγνωστα κλίματα
μικρά παράθυρα κι αποδημητικά πουλιά.
δειλά μυαλά
στης εποχής τη διαφθορά.
Τετάρτη 28 Απριλίου 2010
αλάνι
(εμπνευσμένο από το τελευταίο βιβλίο του Nick Cave
"Ο Θάνατος του Μπάνι Μανρό")
"Ο Θάνατος του Μπάνι Μανρό")
στόχος μας είναι να απολαύσετε τα πάντα!
τους γιγάντιους χάρτινους ελέφαντες,
τα πρασινο-κόκκινα χριστουγεννιάτικα ζαχαρωτά,
τα απανωτά "τσίκ" του αναπτήρα πριν το φώς της φλόγας
αλλά και τα άρρυθμα τιτιβίσματα των λερωμένων περιστεριών!
να περπατήσετε νύχτα στο υγρό τσιμέντο του λιμανιού
(χωρίς να έχετε αποφασίσει συγκεκριμένο προορισμό)
ξεφυσώντας άτεχνα κυκλάκια καπνού
από την πιο φτηνή μάρκα τσιγάρων.
μην περιμένετε αστικά λεωφορεία
και καθώς πρέπει λιμουζίνες
με οδηγούς μέσα σε σιδερωμένα πουκάμισα.
-μην περιμένετε τίποτα βασικά!
σκοντάψτε και σωριαστείτε στο έδαφος άφοβα
το πολύ πολύ να ανοίξει καμιά μύτη
ή να σκιστεί κανα χείλος από το πέσιμο
φτύστε ένα "γαμώτο!" και συνεχίστε την βόλτα,ανέμελα.
εκτονωθείτε σεξουαλικά ακόμη και με την πιο μικρή αφορμή
φθηνό ξενοδοχείο,στενή τουαλέτα κοιμητηρίου,σκοτεινή γωνία...
συντονιστείτε στον έμφυτο διονυσιακό σας ρυθμό.
στόχος μας είναι να απολαύσετε τα πάντα!
τους στραπατσαρισμένους λαγούς και τις παιδικές εγκυκλοπαίδειες,
τα τζάμια και τα σπασμένα τζάμια
τα ατυχήματα αλλά και τα ευτυχήματα των ημερών
καθώς και όλα τα τίκ-τάκ των αρρύθμιστων ρολογιών τσέπης.
κι αν μετά από μια πορεία μεθυσμένων βημάτων
βρεθείτε σε μια αίθουσα κυριλέ,που θυμίζει μέγαρο
με θεωρεία,περίτεχνα ταβάνια,βελουτέ κουρτίνες και πολύ κόσμο
ψάξτε το σημείο που θα ακούγεστε καλύτερα
πάρτε μια γερή τζούρα whiskey,
ανάψτε το τελευταίο "Lambert & Butler" του πακέτου
και τραγουδήστε το ωραιότερο κομμάτι σαξοφώνου
μονάχα με το στόμα σας!
"ο κόσμος είναι όντως ένα δύσκολο μέρος για να είναι κανείς καλός Μπάνι!"
Κυριακή 18 Απριλίου 2010
IMPROMPTU
Στο αρμονικό καρδιογράφημα ενός πενταγράμμου
Οι κύκνοι συνεχίζουν τις ανιαρές χορογραφίες
Τα κρύσταλλα της βιτρίνας ανταγωνίζονται το ναρκισσισμό των περαστικών
Ώσπου, τα χνώτα ενός ζητιάνου αποκαλύπτουν το χρησμό στο τζάμι
- Όταν η μουσική συμβαίνει, ο Θεός περισσεύει.Ένα πλήκτρο αρκεί-
Ξαφνικά, η ορχιδέα της σοφίτας ψέλνει μ’όλη της τη δύναμη λαϊκοτράγουδα
Η κρούστα της πολιτείας ραγίζει από τα χοροπηδητά των αγγέλων
Στο πάρκο, ένα κορίτσι γδύνεται προκαλώντας την ορμή του ευκάλυπτου
Μια νότα ήταν αρκετή
Για την ονείρωξη του αηδονιού
Στο αρμονικό καρδιογράφημα ενός πενταγράμμου
Οι κύκνοι συνεχίζουν τις ανιαρές χορογραφίες
Τα κρύσταλλα της βιτρίνας ανταγωνίζονται το ναρκισσισμό των περαστικών
Ώσπου, τα χνώτα ενός ζητιάνου αποκαλύπτουν το χρησμό στο τζάμι
- Όταν η μουσική συμβαίνει, ο Θεός περισσεύει.Ένα πλήκτρο αρκεί-
Ξαφνικά, η ορχιδέα της σοφίτας ψέλνει μ’όλη της τη δύναμη λαϊκοτράγουδα
Η κρούστα της πολιτείας ραγίζει από τα χοροπηδητά των αγγέλων
Στο πάρκο, ένα κορίτσι γδύνεται προκαλώντας την ορμή του ευκάλυπτου
Μια νότα ήταν αρκετή
Για την ονείρωξη του αηδονιού
Πέμπτη 8 Απριλίου 2010
Πάτσι
(Drawing By Zdzislaw Beksinski)
Τέλος._
[Frame]**Ακίνητο κάδρο. Συμπαγές σκοτάδι, στο χρώμα του άνθρακα. Μπουμπουνητό! Το σκοτάδι σπάζει, τσαλακώνεται σαν καβουρδισμένο αλουμινόχαρτο και τρίζει. Ταρακουνιέται, όπως ένας κάδος απορριμμάτων σε δίαιτα μετά από ελεγχόμενη έκρηξη τρομοκρατικής επίθεσης που είχε προαναγγελθεί στην εφημερίδα “Μεγάλες Ευκαιρίες Χωμένες Σε Μικρές Αγγελίες!” . Ψηφιδωτό σκοτάδι, από τρισεκατομμύρια καπνιστά καρβουνάκια. Το πεφταστέρι ανάβει. Σκαρφαλώνει αργά και καρφιτσώνεται στη θέση του, προσεχτικά. Ένα μάτσο από πρότυπες (καθόλου πρωτότυπες δε) ευχές και παραγγελίες, άπληστων πιτσιρικιών, σιροπιαστών ρομαντικών και ερασιτεχνών τζογαδόρων επιστρέφουν στα υγρά –από τα σάλια- χείλη τους. Ο κεραυνός εκσφενδονίζεται απ’ το τσιμέντο, σκαρφαλώνει σαν κισσός τη νύχτα και χώνεται στα κοκκινωπά σύννεφα –μοιάζουν με πυρκαγιά. Όλα βάφονται μπλε για τόσο δα λίγο –λες και πνίγονται σ’ ένα αυτοσχέδιο Blue Hawaiian, φτιαγμένο απ’ έναν κομπογιαννίτη barman, άθλιο στις συμβουλές που έχουν να κάνουν με γκόμενες, που το παράκανε με το Blue Curacao. Οι καμπουριασμένες λάμπες του πεζοδρομίου τρεμοπαίζουν ναζιάρικα, σαν πόρνες σε πιάτσα μια νύχτα με αναδουλειά κι ανάβουν όπως και τα σκονισμένα κιτς φωτιστικά στα σπίτια κάποιων ξενύχτηδων ή φοβητσιάρηδων. Το ρεύμα γυρνά στις ηλεκτρικές συσκευές ανάβοντας τα λαμπάκια τους. Μερικές τηλεοράσεις ξυπνούν στο telemarketing φωτίζοντας τους λιωμένους τηλεθεατές που κοιμούνται στη γούβα του –γεμάτου από τσιγαρότρυπες- καναπέ. Τα σύγχρονα όργανα γυμναστικής λιγουρεύονται τις μπυροκοιλιές και τα σωσίβια των αποκοιμισμένων τηλεθεατών και τους τηλεφωνούν για να τους πάρουν σε προσφορά και να τους κάνουν φέτες.
Νερά, σκαρφαλώνουν τα μπουκωμένα φρεάτια και ξαναμπαίνουν στα στραβά αυλάκια του δρόμου. Αργά, είτε πηδούν σε σωλήνες και σέρνονται προς τις ταράτσες είτε ανεβαίνουν μικρές ανηφόρες. Η Γερτρούδη περπατά με την όπισθεν. Το νερό πλατσουρίζει κάτω από τη μπλε γαλότσα της, το πόδι σηκώνεται και κινείται προς τα πίσω. Ύστερα το άλλο πόδι κάνει ένα βήμα πίσω κοκ. Η ζελατίνα από βρωμόνερο που τυλίγει την άσφαλτο ανατριχιάζει. Χιλιάδες μικρές τρίχες νερού ανασηκώνονται, ξεκολλάνε απ' το έδαφος και φτερουγίζουν ψηλά στο σκοτάδι. Γρήγορα μια ολόκληρη βροχή ανεβαίνει προς τον ουρανό σταγόνα-σταγόνα. Ο δρόμος στεγνώνει λίγο-λίγο. Μερικές στάλες βροχής βγαίνουν απ' το βαμβακερό γιακά της Γερτρούδης, αναρριχώνται στο λεπτό λαιμό της, φιλάνε απαλά το μάγουλο της κι αφού της γαργαλήσουν τ’ αυτί πηδάνε και στοιχίζονται με τις υπόλοιπες για να επιστρέψουν στα πυρακτωμένα σύννεφα.
[Frame]**Ακίνητο κάδρο. Η Γερτρούδη στέκεται όρθια μπροστά στο παντζούρι. Πίσω της ένας στενός διάδρομος κόκκινων πατημασιών από ξεραμένο αίμα. Το πόδι της σηκώνεται. Πατάει μια στραπατσαρισμένη, μουσταρδί γόπα στο πάτωμα με τη γαλότσα της. Σβουρίζει τη μύτη του ποδιού της. Το σηκώνει. Το τσιγάρο κυλινδρικό κι αναμμένο, τώρα. Πετάγεται απ’ το πάτωμα και στέκεται ανάμεσα στα δάχτυλά της. Μια τζούρα καπνός μπαίνει ,αργά, απ’ τις λεπτές σχισμές του παντζουριού. Ανοίγει το στόμα της. Ο καπνός μπαίνει σιγά- σιγά μέσα και κατεβαίνει στα πνευμόνια της. Η Γερτρούδη βάζει το τσιγάρο στο στόμα της ενώ μέσα στα πνευμόνια της ελάχιστα milligram πίσσας και νικοτίνης ξεκολλάνε απ’ τα τοιχώματα κι ενώνονται με τον καπνό που ανεβαίνει προς το στόμα. Η Γερτρούδη ξεφυσά και το τσιγάρο στο στόμα της μακραίνει μερικά χιλιοστά. Μικρά κομματάκια στάχτης ενώνονται στο πάτωμα. Το κομμάτι στάχτης πετά απ’ το πάτωμα. Η Γερτρούδη τινάζει το τσιγάρο κάτω-πάνω κι η στάχτη κολλά στην καύτρα του τσιγάρου. Αραιά πέπλα καπνού κατεβαίνουν απ’ το ταβάνι και γίνονται ξεχειλωμένα στεφάνια. Στενεύουν σε μικρούς κύκλους κι ένας-ένας μπαίνουν στο στόμα της Γερτρούδης. Ο καπνός κατεβαίνει στα πνευμόνια της. Η Γερτρούδη βάζει το τσιγάρο στο στόμα της ενώ μέσα στα πνευμόνια της ελάχιστα milligram πίσσας και νικοτίνης ξεκολλάνε απ’ τα τοιχώματα κι ενώνονται με τον καπνό που ανεβαίνει προς το στόμα. Η Γερτρούδη ξεφυσά και το τσιγάρο στο στόμα της μακραίνει μερικά χιλιοστά. Το τσιγάρο είναι ολόκληρο, τώρα. Πλησιάζει τον αναπτήρα της στην καύτρα του τσιγάρου. Τον ανάβει. Η καύτρα σβήνει. Βάζει το τσιγάρο στο πακέτο μαζί με τα υπόλοιπα.
Βήματα προς τα πίσω. Πατά ακριβώς πάνω στα κόκκινα αποτυπώματα που έχουν αφήσει οι σόλες της. Το αίμα υγραίνει και κολλά στη σόλα της. Κάθε φορά που σηκώνει το πόδι της μια πατημασιά σβήνει. Πίσω βήματα. Φτάνει στο υπνοδωμάτιο με την πλάτη στο κρεβάτι. Γυρνά 180 μοίρες. Το δωμάτιο γεμάτο αίμα. Το αίμα αρχίζει να κινείται. Μικρά κόκκινα ρυάκια σκαρφαλώνουν το κρεβάτι. Κυλούν ανάποδα στο κορμί του Στέφανου. Φτάνουν στο κεφάλι του. Ο λάκκος στο λαιμό του αδειάζει σταγόνα-σταγόνα απ’ το αίμα που σέρνεται προς το μέτωπό του. Το αίμα μπαίνει στο κεφάλι του απ’ τις δύο συμμετρικές τρύπες -μια στο μέτωπο και μια στο πίσω μέρος του κρανίου του. Ζεστά κομμάτια του μυαλού του είναι κολλημένα στον, γαριασμένο απ' τη νικοτίνη, τοίχο πίσω του. Τα σεντόνια ασπρίζουν σιγά-σιγά όσο το αίμα τρέχει προς τις δύο οπές στο κεφάλι του Στέφανου. Το περίστροφο τινάσσεται απ' το έδαφος και χώνεται στ' αριστερό χέρι της Γερτρούδης. Τα μαλακά κομμάτια μυαλού, μαζί με μπόλικο αίμα, αποκολλούνται απ’ τον τοίχο και συμπιέζονται σε μια χοντρή γραμμή (σα μακρουλή σεφταλιά) στον αέρα. Η σφαίρα ξεσφηνώνεται απ’ τον τοίχο. Κομμάτια σοβά σηκώνονται απ’ το έδαφος και κλείνουν την τρύπα στον τοίχο. Η σφαίρα ανακατεύεται με τη ζεστή, μαλακιά κι ελαστική γραμμή από εγκεφαλικό κρέας. Η γραμμή χώνεται στο κεφάλι του Στέφανου απ' την τρύπα που βρίσκεται στο πίσω μέρος του κρανίου του. Ένα κομμάτι με μια στρώση κρέας, μια στρώση δέρμα και μπόλικες μικρές τρίχες έρχεται κι εφαρμόζει πλήρως στην οπή του κρανίου και την κλείνει. Το μυαλό τοποθετείται ταχύτατα στη θέση του. Η καρδιά του Στέφανού χτυπά. Η σφαίρα βγαίνει, ανάποδα, απ’ την τρύπα στο μέτωπό του μαζί με λίγο δέρμα που κλείνει κι αυτή την οπή. Η καρδιά του χτυπά ξέφρενα. Μπουμπ! Ακούγεται ο πυροβολισμός. Η σφαίρα γυρνά αστραπιαία στην κάνη του περίστροφου μαζί με καπνό και σπίθες. Μπαίνει με φόρα πίσω στο μύλο που γυρνά αριστερόστροφα μια θέση. Η Γερτρούδη αφήνει τη σκανδάλη. Τα μάτια του Στέφανου ανοίγουν.
-Εμείς… Ποτέ. Απαντά γλυκά ο Στέφανος.
-Τελευταία φορά. Πάτσι; Του φωνάζει η Γερτρούδη, με τις φλέβες της να πάλλονται πεταγμένες σαν ανάγλυφα σχέδια στο λευκό της δέρμα.
[Frame]**Ακίνητο κάδρο. Η Γερτρούδη κάθεται απέναντι στον καθρέφτη άψογα μακιγιαρισμένη. Οι κόρες των ματιών της σε συστολή. Σκύβει. Η μύτη της ακουμπά ελαφρά το ξύλινο πάγκο. Μικροί άσπροι κόκκοι πέφτουν απ’ τη μύτη της. Σχηματίζει μια λεπτή γραμμή από κόκα. Σηκώνεται. Οι κόρες των ματιών της ελαφρά μεγαλωμένες. Πιάνει το κραγιόν. Το πλησιάζει στα χείλη της. Το ακουμπά απαλά πάνω τους. Το κάνει έναν κύκλο. Το σκούρο μπλε φεύγει κι αφήνει τη θέση του στο φυσικό αχνό ροζ. Η μύτη του κραγιόν μακραίνει ελάχιστα. Παίρνει το παχύ πινέλο. Το παίζει στα μάγουλά της και το ρουζ φεύγει αργά. Με το μικρό μολύβι διαγράφει το περίγραμμα των ματιών της. Η έντονη μαύρη γραμμή χάνεται και το περίγραμμα των ματιών της μικραίνει.
[Frame]**Ακίνητο κάδρο. Κλίνη νοσοκομείου. Η Γερτρούδη ξαπλωμένη. Μια ισχνή υγρή γραμμή ξεκινά απ’ το αριστερό της μάτι και καταλήγει σ’ ένα δάκρυ. Η αλμυρή γραμμή γυρνά σα λάστιχο πίσω στο μάτι της. Στέκεται εκεί. Το μάτι στεγνώνει αργά. Ένας νεογέννητος μπόμπιρας κλαίει στο διπλανό θάλαμο. Ο γιατρός πλησιάζει με την πλάτη προς το μέρος της. Γυρνάει προς εκείνη. Το κεφάλι του είναι κατεβασμένο. Το σηκώνει. «Η ψυχολόγος μας θα σας βοηθήσει να συνέλθετε απ’ το σοκ.» καταλήγει και μια γερή δόση σάλιου, ανεβαίνει μ’ ένα γδούπο απ’ το λάρυγγά του κι επιστρέφει στο στόμα του για ν’ απορροφηθεί από τους σιελογόνους αδένες του. «Λυπάμαι» λέει με μια δόση απογοήτευσης. «Κάναμε ό,τι ήταν δυνατόν.» λέει με σιγουριά. «Ευτυχώς δεν υπάρχουν βλάβες στη μήτρα. Θα μπορέσετε να κυοφορήσετε κανονικά και πάλι.» προσθέτει με μια δόση απαισιοδοξίας. «Το παιδί χάθηκε, δυστυχώς!» απαντά ο γιατρός. «Πείτε μου γιατρέ!?» ρωτάει η Γερτρούδη με αγωνία. Ο γιατρός απομακρύνεται με την όπισθεν, κάνοντας γοργά πίσω βήματα. Τα μάτια της Γερτρούδης κλείνουν αργά. Αποκοιμιέται.
Στο διπλανό θάλαμο ο μπόμπιρας σταματά να κλαίει. Τον κρατά ο γυναικολόγος. Ένα μικρό κομμάτι ομφάλιου λώρου κρέμεται στην κοιλιά του. Το κομμάτι τεντώνεται κι ενώνεται με το υπόλοιπο κομμάτι που ξεκινά απ’ τη μάνα του. Η μαία ανοιγοκλείνει το ψαλίδι κι ομφάλιος λώρος ενώνεται. Ο γυναικολόγος πλησιάζει τα ανοιχτά πόδια της μάνας. Με προσοχή, σπρώχνει αργά το μπόμπιρα πίσω στο ξεχειλωμένο μουνί της μάνας του. Το κεφάλι του ίσα που φαίνεται. «Σπρώξε» φωνάζει στη μάνα, «Να! αρχίζει και βγαίνει!».
[Frame]**Ακίνητο κάδρο. Η Γερτρούδη κουλουριασμένη στο πάτωμα. Το κορμί της έχει μελανιές και γρατζουνιές. Το πρόσωπό της είναι γεμάτο παχύρευστα χύσια που βρωμοκοπούν μπαγιάτικο ψάρι. Ανάμεσα στα πόδια της μια μικρή λίμνη από αίμα και κολπικά υγρά. Μικρές σταγόνες αρχίζουν και πετάγονται απ’ την κόκκινη λιμνούλα και μπαίνουν στο ξεσκισμένο, τριχωτό μουνί της. Η Γερτρούδη εκτινάσσεται απ’ το πάτωμα. Τα μαλλιά της μπλέκονται στο χέρι του Στέφανου. Το άλλο του χέρι χτυπά στο πρόσωπό της και φεύγει με περισσότερη φόρα. Η μελανιά στο μάγουλό της εξαφανίζεται. Τα πηχτά χύσια ξεκολλάνε απ’ τη φάτσα της. Πετάγονται άτσαλα. Χώνονται στο μικρό στοματάκι του κατακόκκινου πουτσοκέφαλου του Στέφανου. Κάτω- πάνω ο Στέφανος παίζει το καυλί του. Σπαρταράει. Όλα τα χύσια έχουν ξαναμπεί μέσα. Σηκώνει τη Γερτρούδη κι αυτή γυρνά και κολλά με τη μάπα στον τοίχο. Βάζει τον πούτσο του μέσα της. Βγαίνει και μπαίνει με λύσσα. Σπρώχνει με όση δύναμη έχει. Σπαρταράει κι εκείνη. Το μουνί της στεγνώνει όσο μπαινοβγαίνει μέσα της καυλωμένος όλο και με λιγότερη δύναμη.
- Εμείς ποτέ!! Του ουρλιάζει καυλωμένη και οργισμένη η Γερτρούδη!
- Πάτσι; Τη ρωτά με το που τον μπήγει ανάμεσα στα μουνόχειλά της.
Βγάζει το πουλί του έξω. Το μουνί της, τελείως, στεγνό Ανεβάζει γρήγορα την κιλότα της. Κουμπώνει το παντελόνι του. Την αφήνει. Γυρνά και τον κοιτά. Γελάει.
-Τι να γαμήσεις ρε ε; Με γαμούν πολύ καλύτερα! Του φωνάζει ειρωνικά.
-Ήρθα για γαμησάκι! Λέει ψύχραιμα ο Στέφανος και πλησιάζει.
-Πως βρέθηκες εδώ; Ουρλιάζει ξαφνιασμένη η Γερτρούδη.
Κοιτάζει το Στέφανο με έκπληξη. Με την όπισθεν επιστρέφει στο μπάνιο. Ανοίγει τον κάδο. Ένα τεστ εγκυμοσύνης βγαίνει μέσα απ’ τα κωλόχαρτα με τα σκατά και πάει στο χέρι της. Το κοιτά. Χαμογελά. Η κόκκινη γραμμή που σημαίνει «έγκυος» αρχίζει και χάνεται αργά. Σοβαρεύει. Πατάει το καζανάκι. Νερά βγαίνουν από μέσα μαζί με λίγο σκούρο κάτουρο. Κάθεται στη λεκάνη. Βάζει το τεστ από κάτω της. Το κάτουρο βγαίνει απ’ το νερό και σχηματίζει μια λεπτή γραμμή. Μπαίνει, γρήγορα, στην ουρήθρα της.
[Frame]**Ακίνητο κάδρο. Ο Στέφανος και η Γερτρούδη αγκαλιασμένοι. Ο Στέφανος την αφήνει. Είναι λουσμένος από ένα αυτοσχέδιο αυτοσχέδιο Blue Hawaiian, φτιαγμένο απ’ τον κομπογιαννίτη barman, άθλιο στις συμβουλές που έχουν να κάνουν με γκόμενες, που το παράκανε με το Blue Curacao.
-Εμείς ποτέ! Απαντά χαμογελώντας με μια δόση τσαχπινιάς ,στην άκρη των χειλιών της, η Γερτρούδη!
-Πάτσι; Τη ρωτά με το ,μουσκεμένο από Blue Curacao, σηκωμένο φρύδι του ο Στέφανος.
Το ποτό, μαζί με το θρυμματισμένο πάγο, φεύγει από πάνω του κι επιστρέφει στο φανταχτερό ποτήρι της Γερτρούδης. Ο Στέφανος απομακρύνεται με πίσω βήματα. Το βινύλιο στο πικ-απ γυρίζει ανάποδα. Η βελόνα γρατζουνά το δίσκο που γυρνά με την αντίθετη φορά.
Ο Στέφανος φτάνει στο bar και κάθεται. Βάζει το ποτήρι με το whiskey στο στόμα. Δυο γουλιές χύνονται απ’ το στόμα του στο ποτήρι. Η στάθμη του whiskey ανεβαίνει δυο εκατοστά.
-Νομίζω πως είναι καλύτερα να της μιλήσεις! Του λέει, βέβαιος, ο κομπογιαννίτης barman.
-Τι λες εσύ; Ρωτά ο Στέφανος.
Ο κομπογιαννίτης barman πλησιάζει το πικ-απ. Σηκώνει τη βελόνα. Βγάζει το “Empty Spaces” των Pink Floyd και το βάζει στη θήκη του. Επιστρέφει προς τον Στέφανο.
-Pink Floyd σίγουρα! Επικροτεί ο Στέφανος.
-Δε σε βλέπω καλά. Θα βάλω Pink Floyd που γουστάρεις, μπας και κλείσω και νωρίς απόψε. Προτείνει ο κομπογιαννίτης barman στο φίλο του.
Το whiskey πετάγεται απ’ το ποτήρι και μπαίνει πίσω στο μπουκάλι. Ο κομπογιαννίτης barman παίρνει το ποτήρι. «Το δικό μου!» λέει ο Στέφανος στο κομπογιαννίτη barman. Σηκώνεται και με πίσω βήματα πάει προς την πόρτα του bar. Δεν περίμενε να την ξαναδεί μετά από όλα αυτά. Με έκπληξη βλέπει πως είναι κι η Γερτρούδη στο bar. Ρίχνει μια ματιά τριγύρω. Η πόρτα πίσω του ανοίγει μόνη της. Με πίσω βήματα βγαίνει έξω. Η ταμπέλα αναβοσβήνει ενοχλητικά “Comfortably Numb Bar and only Bar”.
Τρίτη 23 Μαρτίου 2010
τα κορίτσια του Τζέρσευ
(ιδανικό soundtrack για την ανάγνωση : Tom Waits - Jersey Girl)
είναι μόνο τα κορίτσια από το Τζερσευ
που ξέρουν να πετάνε κομφετί στον αέρα
τις στιγμές των απρόσμενων αιτίων χαράς
τις χειμωνιάτικες νύχτες καβαλάνε τα τρένα
αφήνονται στα αχόρταγα μάτια του φεγγαριού
και μες στους κρατήρες κρύβουν τα μυστικά τους
όταν τα αγόρια πέφτουν με φόρα πάνω τους
χαμογελάνε πονηρά στους περαστικούς,
χορεύουν κάτω από τις κίτρινες λάμπες του Τρέντον.
συνήθως τα φουστάνια τους τα δένουν στο λαιμό
φορούν σατέν κορδέλες στα μαλλιά τους
κι ένα άρωμα φθηνό και τολμηρό πολύ
αν χαθείς στο σκοτάδι της πόλης το βράδυ
θα δεις ότι είναι αυτά τα κορίτσια που βάζουν τις φωτιές
σ' όλα τα σβηστά κεριά των κλειστών εστιατορίων
κι όταν τα κορίτσια του Τζέρσευ βάλουν την πόλη για ύπνο
ένα κομμάτι παραδείσου ξεκολλάει απ τον ουρανό
και αργοπέφτει σαν ξερό φύλλο δέντρου στα μαλλιά τους.
είναι μόνο τα κορίτσια από το Τζερσευ
που ξέρουν να πετάνε κομφετί στον αέρα
τις στιγμές των απρόσμενων αιτίων χαράς
τις χειμωνιάτικες νύχτες καβαλάνε τα τρένα
αφήνονται στα αχόρταγα μάτια του φεγγαριού
και μες στους κρατήρες κρύβουν τα μυστικά τους
όταν τα αγόρια πέφτουν με φόρα πάνω τους
χαμογελάνε πονηρά στους περαστικούς,
χορεύουν κάτω από τις κίτρινες λάμπες του Τρέντον.
συνήθως τα φουστάνια τους τα δένουν στο λαιμό
φορούν σατέν κορδέλες στα μαλλιά τους
κι ένα άρωμα φθηνό και τολμηρό πολύ
αν χαθείς στο σκοτάδι της πόλης το βράδυ
θα δεις ότι είναι αυτά τα κορίτσια που βάζουν τις φωτιές
σ' όλα τα σβηστά κεριά των κλειστών εστιατορίων
κι όταν τα κορίτσια του Τζέρσευ βάλουν την πόλη για ύπνο
ένα κομμάτι παραδείσου ξεκολλάει απ τον ουρανό
και αργοπέφτει σαν ξερό φύλλο δέντρου στα μαλλιά τους.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
