Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

Το Κλειδί



ξέρεις πως το κλειδί γι' αυτήν την κλειδαριά
ήταν αυτό που ξέχασες σε κάποιο απο 'κείνα
τα χαμηλοτάβανα δωμάτια,τα σκοτεινά
που έβρισκες καταφύγιο τις νύχτες των κατακλυσμών.

για να το ψάξεις πρέπει να ξανακατέβεις
εκείνες τις σιδερένιες σκάλες
τις δίνες , τις καταπακτές,
τα σκουριασμένα σκαλοπάτια τους,
οι ώρες οι αργές,
η φλύαρη βροχή
κι εσύ ανήσυχος μες τις νωπές κουβέντες της
ήσουν που έψαχνες κάποιο σπίρτο που ν' αντέχει την φωτιά
κάποιο ξύλο ανθεκτικό στη φλόγα
-σαν κάποια αθανασία μέσα στην τόση θνητότητα-


κι αυτή η καρμική σου τύχη!

ένα κλειδί να παιζολάμπει, μελίχρυσο φώς
σε μια απόμερη γωνιά στο υγρό τσιμέντο.


κι ήταν εκείνη την στιγμή
που μέσα στην βιασύνη,
στων καρπών σου το τρέμουλο
και στην ευδαιμονία της ακρόασης του "κλίκ"
που άφησες το κλειδί να πέσει από τα χέρια σου...

και τι προβάδισμα που έδωσες ξανά στην δέσμευση.

Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011

Καμπαρέ

Photobucket


Στο καμπαρέ ο φωνογράφος δοκίμαζε να σχεδιάσει

το πορτραίτο της Δυστυχίας

με την βελόνα του ν' αργοσαλέυει

βουτηγμένη στο μελάνι που αφήνουν τα μινόρε

πάνω στα πυκνομουτζουρωμένα φύλλα των ψυχών.


από φιλέκδικη πλήξη

πρόσφερε την βοήθεια του ο Σαρλό

-ο φονιάς-

και μ' ένα σαρδόνιο χαμόγελο

πλησίασε το μοναδικό εναπομείναν θύμα του.


Το Παρίσι ήξερε ότι μετρούσε τις τελευταίες ώρες του.


Πριν εξαφανιστεί κι αυτή η νύχτα,

με τα ψηλά τακούνια της

να δίνουν τον ρυθμό της αναπνοής ξανά

σ' όσα βρέφη ξεροκατάπιαν μες τους εναρμόνιους ύπνους τους,

ο ίδιος είχε βρεθεί νεκρός και κρύος

έχοντας κρυμμένη στις τσέπες του αρκετή Δυστυχία

για να θεωρηθεί κλοπή.


(πίνακας "Καμπαρέ" του Albert Kutzelnig)

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

ΠΟΙΗΣΗ ΚΕΝΗ ΑΠΟ ΠΡΟΣΩΠΑ


Έκσταση και χορός, θάνατος και κατάνυξη για την κοκαλιάρα Αφροδίτη του πεζοδρομίου, την έφηβη αστραπή που φανέρωσε την καταγωγή της συγκίνησης.
Στο ανερμήνευτο των ματιών της, κάποιο σμαραγδένιο δάσος λέει την οδύνη του.
Ωστόσο, θα μείνω απτόητος, χειρούργος λεκτικών σχημάτων, πλοηγός άναρχου πινέλου,
Ποθητός μιας έμπνευσης χυμώδους που τα δίνει όλα για να γίνεται αυτοσκοπός μου.
Μοχθηρό τιτίβισμα, εξομολόγηση μύχιου αυθορμητισμού, σημειολογία του θείου – Μουσική!
Ως κληρονόμος μακραίωνης κάπνας,
Ως ερωμένη ιερών ερειπίων,
Κάποιες φορές, πρέπει να τ’ ομολογείς, πως είναι φθορά το κορίτσι που ψάχνει στον κήπο τ’ απομνημονεύματα ουράνιου τόξου.

Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2011

Αγιασμός για την Πριγκίπισσα της Φωτιάς

*
Ιδρωμένη μπουσούλησες ως την κορυφή του ουρανοξύστη, ακούμπησες το χαρτοφύλακα χάμω, έλυσες
τη γραβάτα σου και

Ο βρυχηθμός σου μάταιος, πειθώ καμία.
«Δεν είναι θηλυκό, δεν μοιάζει για γυναίκα!»
                                                            Σε πέρασαν για Κτήνος.
Χρυσοθήρες σου σκάβουν τα σπλάχνα.
«Τίποτα δε λάμπει εδώ, τίποτα δε γυαλίζει!»
                                                            Αποξηραμένος Κρίνος.

Στριμωγμένη σε καλούπια αγιογραφιών, μα όχι αγία. Κρεμάμενη σε χρωματιστά
μανταλάκια σε χορεύει ο άνεμος κι αγύρτες δήμιοι βαρούν
παλαμάκια.
      -Πως βρέθηκες εδώ; Στα τακούνια απάνω – κάτω απ’ το στέμμα.
Κρυμμένη στων ηττημένων το βλέμμα, μα όχι αγία. Περπατημένη σε φιδίσια
σοκάκια σε τραγουδούν βουτυρόπαιδα, άξεστοι και
κοράκια.
      -Πως έπεσαν εδώ; Τα τακούνια χάμω – χάμω και το στέμμα.
Χαραγμένη στων μισθοφόρων την πέτρα, μα και πάλι όχι αγία! Στιγματισμένη – σισύφεια η
τιμωρία – σε λοιδορούν πιστοί και τελώνια «Το κάλλος σου, η
αμαρτία!».
      -Πως έτσι ολόγυμνη εδώ; Τακούνια δίχως – δίχως στέμμα.

Ο σκοτωμός σου άδωρος, πανωλεθρία!
«Αχ, ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν. Πίσω στα γραφεία!»
                                                                      Κόρη του βασιλιά μα Νύφη τίνος;
Το τομάρι σου θάβουν και δε βγάζουνε άχνα.
«                                                                                                     »
                                                                                                          θρήνος.


* Σχέδιο κουστουμιού από τον Leon Bakst για το μπαλέτο "Το πουλί τη Φωτιάς", του Igor Stravinsky, 1910. Το μπαλέτο βασίζεται στην παραδοσιακή Ρώσικη ιστορία του ομώνυμου μαγικού και λαμπερού πουλιού που είναι ταυτόχρονα ευχή και κατάρα για τον κάτοχο/αφέντη του.
Περισσότερα έργα του Leon Bakst : http://www.leon-bakst.com 
Μπαλέτο "Το πουλί της φωτιάς" σε βίντεο: part 1 - part 2 - part 3 - part 4part 5 
Ευχαριστώ τον Θοδωρή Π.

Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011

Άννα

Η Άννα ανέβασε τις φτέρνες της στο ξύλινο παγκάκι και πέρασε τα χέρια της γύρω από τα πόδια της. Σαν μια προσπάθεια ν’ αγκαλιάσει τον εαυτό της .Το τσιγάρο στο δεξί της χέρι έμοιαζε να έχει μεγάλη σημασία για αυτήν εκείνη τη στιγμή. Τράβηξε μια θαρραλέα ρουφηξιά και το πέταξε στο υγρό τσιμέντο του λιμανιού. Ένα καράβι είχε μόλις φύγει αφήνοντας ένα αχνό ασημένιο σύννεφο καπνού που τώρα μπερδευόταν με τον καπνό από την τελευταία τζούρα του τσιγάρου. Πρώτη φορά ο Αύγουστος έμοιαζε τόσο ψυχρός μήνας.

Δεν θυμάται πότε ξέχασε να βρίσκει την ομορφιά γύρω της… πολλές φορές σκέφτεται ότι μπορεί να συνέβη ερήμην της. Παλαιότερα θα της φαινόταν αδιανόητο να προτιμάει να κοιτάει τα καλοκαιρινά πλοία που φεύγουν για τα νησιά από το να τα ακολουθεί. Μα τώρα την καταβάλει ένα συναίσθημα βαρύ, ένα φορτίο ασήκωτο που δεν μπορεί να φορτώσει σε κανένα πλοίο χωρίς να το βουλιάξει μαζί της στον πάτο. Μοιάζει σχεδόν αδύνατο το να προσπαθήσει να βρει τρόπους για να ξανακερδίσει λίγη από την παλιά της ξενοιασιά, αθωότητα και αισιοδοξία. Λίγη από την παλιά της ελαφρότητα.

Όταν ήταν μικρή της άρεσε να ψάχνει τους λόγους πίσω από κάθε κίνηση, επιχειρηματολογούσε και διαφωνούσε με τέτοια πυγμή όταν υπερασπιζόταν τις φιλελεύθερες ιδέες της που πολλοί της ‘λέγαν αστειευόμενοι ότι θα γινόταν μια πολύ καλή δικηγόρος. Την ίδια στιγμή όμως εκείνη έσκαγε ένα χαμόγελο που θα ζήλευαν ακόμη και οι ερωτευμένες και απαντούσε πως οι δικηγόροι χρησιμοποιούν τις λέξεις για να μάχονται, εμένα μ’ αρέσει να χορεύω μαζί τους. Κι έκανε μια φιγούρα που θύμιζε τις υποκλίσεις των κλασικών χορευτριών.

Εκείνες οι εποχές μοιάζουν πολύ μακρινές τώρα. Οι τελευταίες βδομάδες της είχαν μαζέψει κάτω απ’ το φουστάνι τους όλες τις παρείσακτες μέρες του χρόνου. Μια Δευτέρα ζαλισμένη από τη νόσο της Κυριακής… μια Τρίτη που έμοιαζε με γκρινιάρα κόρη πλούσιου αστού, μια Τετάρτη ψεύτρα, μια Πέμπτη που το μόνο που έκανε ήταν να ζηλεύει το «Π» της Παρασκευής κι από την άλλη πλευρά μια Παρασκευή πνιγμένη στην ματαιοδοξία ,που ποτέ δεν ένιωσε πραγματικά δυνατή για να αποφασίσει το οτιδήποτε καινούργιο. Το Σάββατο πολλές φορές στάθηκε αντάξιο των περιστάσεων αλλά ένιωθε μόνο του και πάντα το βάραινε μια περίεργη ενοχή για το όνομά του. Η Κυριακή...η Κυριακή δεν ήθελε ποτέ ιδιαίτερες συστάσεις ανάμεσα σε τέτοιες παρέες, η Κυριακή ήταν ο κόμπος στον λαιμό όλων των προηγούμενων. Η Άννα τριγυρνούσε ανάμεσα στα πόδια τους μα ένιωθε πλέον τόσο μικρή και αδύναμη μπροστά τους που το μόνο που έκανε ήταν να τις υπομένει σιωπηλά.

Όπως πολλά προηγούμενα και αυτό το βράδυ οι ρυθμοί της πόλης μέναν σχεδόν απαράλλαχτοι. Εκείνη έμενε εκεί κουλουριασμένη και σκεφτόταν, δεν σταματούσε να σκέφτεται… παλιά πίστευε ότι μια καλή απάντηση κρύβεται πάντα πίσω από έναν καλό προβληματισμό. Τώρα δεν ήταν τόσο σίγουρη… ίσως γιατί με τον καιρό οι προβληματισμοί πλήθαιναν και οι απαντήσεις έφθιναν. Τα ερωτηματικά τώρα έχαναν τις όμορφες μάσκες τους και φαινόταν από κάτω η πεπρωμενική ασχήμια τους.
Τα ερεθίσματα που δέχεται, τα νέα που ακούει, οι άνθρωποι που συναντάει και πρώτη απ όλα η ίδια. Η ίδια στην αρχή κάθε απογοήτευσης η ίδια και στο τέλος …η ίδια νύστα για ζωή. Ο σφυγμός που ελαττώνεται και χάνεται, ο χρόνος και αυτή η ύπουλη βραδύτητα του, η συννεφιά της επίπεδης ζωής και η αδυναμία της ανατροπής. Μήπως χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε ενώπιον πανίσχυρων αντιπάλων? μήπως δεν έπρεπε να έχει τόσο θράσος στα όνειρά της? μήπως τα όρια που βάζουν πολλοί από τους γνωστούς της στις ανησυχίες τους είναι τελικά καταλυτικής σημασίας για την ψυχή? μήπως φέρθηκε επιπόλαια και εκτέθηκε σε λάθος μάτια? μήπως άνοιξε τις πιο λάθος πόρτες μέσα της …και πήδησαν έξω οι πιο δυνατοί εχθροί ? μήπως βρέθηκε πίσω από κελιά που κλείδωσε η ίδια? μήπως παραληρούσε πάλι ?

Ένα ζευγάρι πέρασε από μπροστά της γελώντας δυνατά και την επανέφερε πάλι στον πραγματικό κόσμο, στον ορίζοντα αναπνέανε τα φωτάκια μιας απέναντι όχθης, ο αέρας μύριζε θάλασσα και οι ήχοι της πόλης μπλέκανε τόσο ύπουλα στο τοπίο που σχεδόν ήταν ωραίοι, γραφικοί. Ο έξω κόσμος δεν έδειχνε τόσο προβληματισμένος σκέφτηκε… η φυσική αδιαφορία των καραβιών και της σελήνης, το φώς του φάρου και το παιδί που τρέχει για να προλάβει το λεωφορείο χαμογελώντας στην υπόλοιπη παρέα. Άφησε τον εαυτό της να χαθεί στην απλότητα τους. Έστριψε ένα τσιγάρο και ξεκίνησε να περπατάει. Ένιωσε ένα υπόκωφο κύμα ευφορίας και ανατρίχιασε … κοίταξε χωρίς να το καταλάβει τα πρώτα μάτια που συνάντησε και χαλάρωσε το βήμα της. «Άθραυστοι μέσα στην τόσο εύθραυστη πίστη μας στη ζωή» σκέφτηκε και το σημείωσε στο μπλοκάκι της. «Την επόμενη φορά ίσως να είμαι καλύτερα προετοιμασμένη για το θηρίο» χαμογέλασε και τράβηξε μια χορταστική ρουφηξιά απ’ το τσιγάρο στο δεξί της χέρι.

Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011

Ο ΔΑΙΜΟΝΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΑΣΤΙΟ


Χρισμένος να τραγουδάς την αύρα δρόμων, βγήκες στο προδομένο ξέφωτο.
Τα λεωφορεία κυλούσαν στην κοιλιά της αιμόφυρτης τραγωδού που βάφτιζε με τους φθόγγους της κεχριμπαρένιες μορφές μες το ιλιγγιώδες μεσημέρι.
Κάποιο απόγευμα πυρωμένο στο εργαστήρι του Ήφαιστου, αναπόλησες αρχέγονες λατρείες. Κι ύστερα νύχτα!
Σε οίκους ανοχής όπου βλέμματα υπαινίσσονταν κοιλάδες του Ευφράτη.
Νύχτα! Λιτανεία σε αβύσσους σκουρόχρωμου μελιού.
Νύχτα! Αίνιγμα στα κιτάπια σχολαστικού στοχαστή.
Βρήκες προσευχές για όλα κι ας σε βασάνισαν.
Ορμή και κάλλος τα δάκρυά σου, καρδιά θαμμένη σε αποτσίγαρα μαριονέτας.
Ορκισμένη στη σάρκα, δίδαξες την άρνηση.

Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010

Schopenhauer

Photobucket


καλή,ευγενική,μικρή κι αδίστακτη η ανθρώπινη φυλή
απόγονοι ελαττωμάτων,κατακτητές λαθών
και μέσα στα στενά κλουβιά των ημερών εγκλωβισμένοι.

είναι η κόλαση εδώ
εδώ ήταν πάντα
κι ο Schopenhauer που έδειξε πως να κοιτούν τις φλόγες
έμεινε με την γρανιτένια πίπα του σβηστή.

η στάση των νεκρών-η τάση των θνητών
αντικριστοί καθρέφτες...
κακόμοιρα τα είδωλα και χαμογελαστά.

στη κωμωδία του κόσμου
θεατές και θεατρίνοι,
ρόλοι,κουστούμια,μουσικές
σημαίες,ιδέες,αρετές,
στοχαστές και στοχασμένοι
με σίγουρη αυλαία τον γκρεμό θα πουν :
πως παίξανε καλά
πως ζήσαν τη ζωή
και πως πλησίασαν -πρωταγωνιστικά- σαφώς το φως ...

Αθάνατοι θνητοί!
καλή,ευγενική,μικρή κι αδίστακτη η ανθρώπινη φυλή
μα στα πάθη του κόσμου εξαρτημένη.