Σάββατο 28 Μαΐου 2011

Ερημίτης ερήμην σου
αναστήλωσες την κιβωτό
Σκάλισες ιδεογράμματα στα -αλκοολικά άλλοτε- πανιά

Ο πληθυσμός σου νοερά αταίριαστος
Υπνωτισμένες κινέζες σε παραλλαγές γαλάζιου ανέμιζαν χνώτα
Ξεχασμένοι καβαλάρηδες κυοφορούσαν λείψανα αλόγων
Γοργόνες με διχοτομημένη ουρά δοκίμαζαν γοβάκια
Νάνοι υαλοποιοί γυάλιζαν ασπίδες

Κι εσύ εισπράκτορας λανθάνων
εισέβαλες στη μέθη

Παρασκευή 27 Μαΐου 2011

Ηρώ

Του Τειρεσία ή του Κάλχα ήταν

τα δυσεξήγητα ρητά κι οι προφητείες

που σ' ήθελαν με χάλκινα μαλλιά

στα χείλια μια λεπτή γραμμή μπογιά

και μια ψυχή-εωθινή φωτιά

να προσπερνάς αήττητη τις χώρες των γιγάντων;


ομολογώ,υπήρξες σαγηνευτική

κι ανάμεσα στις φυλλωσιές υπήρξες φως

τυχαίο άγγιγμα χορδής στα δάχτυλα

άρωμα από καπνό κι αιθάλη


μα αυτή η παρεξηγημένη σου σχέση με τη νύχτα...

ο αυτοερωτισμός σου και τα θύματα των λυγμών σου

η μεφιστοφελλική σου εξάρτηση στην φλόγα

και ο άνεμος που έκανε τις σπίθες των ματιών σου πυρκαγιές

εγκυμονούσαν το βαθύτερο κόκκινο

...

λίγο πριν ανοίξει ο ουρανός,φώναξες

"με τι θα μας προικίσει ένα ακόμα φλερτ με τη σημασία του χρόνου?"


κι εγώ νικημένος μέσα στις γλώσσες των καπνών,

ψέλλισα

"επί ματαίω

επί ματαίω

επί ματαίω

μαρτυρήσαμε

σ' αυτούς τους βιαστικούς καιρούς

που ζήσαμε"




Κυριακή 15 Μαΐου 2011

Ευτυχία


Photobucket


...θέλω να πω πως εάν έστω αποφεύγαμε

τις αποδοκιμαστικές ματιές των πουλιών,

εάν καταφέρναμε να μαζέψουμε στις τσέπες μας

έστω λίγη γύρη από τα πρώτα λουλούδια της άνοιξης,

εάν ανταλλάζαμε τα σχεδιασμένα βήματα

και τις πυκνές με σύννεφα μέρες μας

με αφορμές για χορούς και ακατάπαυστα λαμπρούς ήλιους

ίσως -λέω ίσως-

να καταφέρναμε το πρώτο έψιλον της Ευτυχίας ...


Σάββατο 14 Μαΐου 2011

Ταυτίζω τις φορές
-μάτια γάτας πίσω απο μεταλλική πόρτα-
της απουσίας σου
με φλέβες θάλασσας , διάσπαρτες στην πυκνότητα

εκείνες τις νύχτες
με το άσπρο σκοτάδι
που γνωρίζω
τη χημική διεργασία του σώματος
κατευνάζω και θάβω το προσωπό σου

Είσαι το -απόλυτα- ανατομικό παιχνίδι μου

Σάββατο 2 Απριλίου 2011

Αφηγήθηκα - στα παιδιά μου - χνάρια
Τα έθαβες στο χιόνι , άσπρες κιμωλίες ξέβαφαν το δέρμα σου

Προφήτευες μέρες , παράδρομοι σε νωπή άσφαλτο
Μπερδεμένη σε κλαδιά , σε κρανία-γλάστρες
Τα λουλούδια ξεραμένα τύλιγαν σώματα
Μπλεγένα μέλη κλώνων

Έγινες γιατρός
Έμαθες απο τι πάσχω
ήσουν ήδη νεκρός
Η σιγή :
''Υπάρχω''

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2011

Η ΦΟΥΞΙΑ ΤΣΙΓΓΑΝΑ

ΤΕΛΕΑ, ΕΠΟΠΤΙΚΑ, ΜΥΗΘΕΙΗΣ, ΗΓΕΙΣΘΑΙ, ΡΩΣΘΕΙΣ ΚΑΙ ΑΥΞΗΘΕΙΣ, ΕΞΑΙΦΝΗΣ, ΚΑΤΟΨΕΤΑΙ ΘΕΟΦΙΛΗΣ, ΠΡΟ ΠΑΝΤΟΣ Η ΕΙΚΩΝ ΤΟΥ ΘΕΑΣΘΑΙ
(ΟΜΗΡ. ΥΜΝ. ΔΗΜ. 480 την ευδαιμονία της θέας για τα ελευσίνια μυστήρια)



Κάποτε, στην όραση συμβαίνει η ακαριαία αιωνιότητα της στιγμής, όταν στη θέα κάποιας ακατέργαστης ουσίας, σου τυχαίνει να συλλάβεις το ενιαίο της μορφής και της ιδέας. Τότε, καταργώντας τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ συνείδησης και ασυνειδήτου, μνήμης και παρόντος, μαγεία, αίσθηση, λόγος κι ένστικτο δρουν αδιαχώριστα προσεγγίζοντας την πρωταρχική κατάφαση πάνω στην οποία οικοδομείται η πλάση. Ακυρώνοντας κάθε συναισθηματισμό, το εγώ θυσιάζεται απόλυτα στο βωμό του αντικειμένου, το οποίο με τη μουσική και το χρώμα του, γίνεται σύμβολο που νεύει στο πνεύμα, δίνοντας το έναυσμα στο συνειρμό, στο σκίρτημα της φαντασιακής ορμής, το φύσημα που σηκώνει τρικυμία στον ωκεανό του αίματος. Και είναι αυτή η σύζευξη μορφής και ιδέας που αποτελεί το μόνο κάλλος και οδηγεί στον τέλειο έρωτα - στην πεμπτουσία της ψυχικής τέρψης και λύτρωσης.
Σαν ανθισμένη ροδακινιά που σου δίνει το δικαίωμα του Παραδείσου, πέρα από κάθε κατηγορία σκέψης, κώδικα ή τρόπο έκφρασης που άπτονται της δικής σου βούλησης, η εκστατική στιγμή περνώντας φευγαλέα, σου υποδεικνύει και σε κάνει να νιώθεις τη μόνη σου μοίρα – ως δοξαστικό επιφώνημα για το φως.

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011

Θέλω να ασελγήσω σε κάθε κορώνα
Πλασμένη - επι ταύτα - ερημικής τέρψης
Πολυ-αμήχανος Οδυσσέας σε κενό
εκτρέφομαι με τα σωματικά ύγρα σας

Παρασιτώ στα άκρα σας
Ενταφιάζω τη βουλιμία μου
σε στίχους ανορθόγραφους
-με εικονικό μελάνι -

Κολλάω τη γλώσσα μου στον ουρανίσκο
Οι φθόγγοι μου , ανώνυμοι ήχοι
Κροτάλισμα κερμάτων

Σας συλλέγω στο αριστερό μου μάτι
-Ένας μονήρης Κύκλωπας-
Και μηρυκάζω με την τέφρα
που έπλασε τη λέξη