Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010

Οφθαλμαπάρτυ

Προφανώς, έτσι είναι. Πραγματικότητα μέχρι εκεί που φτάνουν τα μάτια. Όλα καλοβαλμένα, ως και την ευτελή λεπτομέρεια. Δαύτος, ναι αμέ και δαύτος, ένα κομμάτι κρέας να πάλλεται στο tempo. Tempo σιωπηρό, χορευτικό μα και πρωταρχικό. Μαρτυρικά πρωταρχικό. Προφανώς.

Έμεινε τελευταία. Ένα slim τσιγάρο στέκεται καυλωμένο ανάμεσα στα χείλια της. Εκεί, στη μικρή λακκούβα του κάτω χείλους της, το γαμημένο. Ανοίγει το στόμα της. Το τσιγάρο πέφτει στο πάτωμα. Ο καπνός ζωγραφίζει, με διάφανα σπιράλ φαντάσματα, την πτώση. Χάμω τώρα. Μια ευθεία γραμμή καπνού ορειβατεί ως το ταβάνι. Πλησιάζει σε δαύτον. Η τελευταία χειραψία της βραδιάς. Το χέρι ζεσταίνεται για δεύτερα. Φεύγει. Ο υπέροχος κώλος στο ξεκίνημα των ποδιών της κουνιέται στο tempo. Tempo σιωπηρό, χορευτικό μα και πρωταρχικό. Μαρτυρικά πρωταρχικό. Τα κότσια του υποχωρούν, πανηγυρίζοντας διακριτικά, όσο οι σάλπιγγες ανάμεσα στα σκέλια της ψάλλουν το εμβατήριο της υποχώρησης με πάθος. Λες και παίζουν στο Carnegie Hall οι καριόλες. Καλά κάνουν. Είναι κρίμα να νικάς όταν υπάρχει τόσο ωραία μουσική για να χάσεις. Και τώρα μόνος. Τέρμα οι χαιρετούρες. Οφθαλμοφανώς πανομοιότυπες. Σαν την έκθεση απ’ τις φωτοτυπίες των οπισθίων του Δ.Σ. της Α.Ε. με την επωνυμία :“Προτιμότερο να σου βγει τ’ όνομα παρά το επώνυμο αλλά ακόμα καλύτερα να ‘χεις απλά ένα ευφάνταστο παρατσούκλι ” λίγο μετά το launch break και ελάχιστα πριν το meeting που κάνει και δαύτον ν’ απεχθάνεται τη δουλειά του. Προβαρισμένα χαμόγελα ξεσηκωμένα από διαφημίσεις οδοντόκρεμας, υιοθετημένες ατάκες αγνώστου πατρός και «Εις το επανιδείν» ίδια μ’ αυτά που ακούγονται στα προεκλογικά κέντρα λίγο πριν τα exit poll. Α! Και βλέμματα.

Ladies and gents… το reunion μόλις σπαταλήθηκε. Σπαταλήθηκε με τόση δεξιοτεχνία, όση και η 7η ώρα της Παρασκευής: «Οικιακή Οικονομία». Είναι μόνος στο ρημαγμένο σαλόνι του. Οι τοίχοι γεμάτοι από σχολικές φωτογραφίες. Φαίνεται καλή ιδέα ακόμα. Χάμω ένα τσιγάρο slim καπνίζει, πατημασιές που μαρτυρούν πως κανείς δεν ξέρει χορό φαινομενικά, τρίμματα από barbecue chips – μπαγιάτικα σαν τ’ αστεία του προέδρου του δεκαπενταμελούς που ακόμα ζούσε απ’ τη μίζα που ‘χε βγάλει απ’ τα t- shirt της πενταήμερης-, μικρά κοφτερά γυαλιά κι απροσδιόριστες συμπυκνωμένες μπίχλες. Λες και βλέπει στα πλακάκια, να καθρεφτίζεται η φάτσα του 23 χρόνια πριν. Τότε που τα ‘βάζε με την ακμή λίγο πριν το ραντεβού, παλεύοντας να δείχνει δέκα μέρες μεγαλύτερος. Όλα δείχνουν τελείως χάλια. Ανεπανόρθωτα χάλια, σαν τη ψυχολογία της καθηγήτριας ιστορίας τους – που διατηρούσε τη μεγαλύτερη συλλογή από γελοία τικ στη μούρη της- μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι του διαλείμματος ή του επόμενου γύρου σε κάποιο ρινγκ, που όλοι στοιχημάτισαν στο χαμένο εκτός απ’ τον παππού με την αξιαγάμητη γκόμενα στα γόνατά του. Πίνει την τελευταία γουλιά bourbon. Αφήνεται. Σκάει στον τοίχο. Απορυθμίζεται. Το στόμα του εκτοξεύει το bourbon σα ζουληγμένη μπουγελόφατσα. Το bourbon πετά και πέφτει σταγόνα – σταγόνα σαν ανοιξιάτικη, βρώμικη μπόρα. Μια σταγόνα σέρνεται ως την καύτρα του slim τσιγάρου. Το τσιγάρο τσιτσιρίζει. Τσιτσιρίζει ένα tempo. Tempo σιωπηρό, χορευτικό μα και πρωταρχικό. Μαρτυρικά πρωταρχικό.

“What does it matter, a dream of love
Or a dream of lies...
......................
'Cause hell is boiling over
And heaven is full
We're chained to the world
And we all gotta pull”

Το bourbon αρπάζει. Μικρές φωτιές παντού. Τσουρουφλίζουν τα πάντα. Οι φιγούρες στις σχολικές φωτογραφίες ζωντανεύουν. Α! τα βλέμματά τους. Γεμάτα από προσδοκίες που ντόπαραν. Τώρα σοδομίζουν δίχως ίχνος ευχαρίστησης. Ένας – ένας βγαίνουν απ’ τις φωτογραφίες και χάνονται στις φλόγες. Κανείς τους δεν ήρθε σήμερα. Κάποιοι άλλοι ήρθαν που τους έμοιαζαν. Άγνωστοι όλοι. Άλλοι. Το puzzle πρέπει να ήταν λειψό εξ’ αρχής.
Ένα μάτσο click για view σε profiles –ταυτόχρονα και συγχρονισμένα – το εκκωφαντικό χειροκρότημα. Το τσιτσίρισμα έσβησε ανεπαίσθητα.

“And we're all gonna be
...just dirt in the ground”


Σειρήνες. Ήχος πυροσβεστήρα. Ανοίγει τα μάτια. Το ταβάνι καταρρέει. Το φως σκάει μέσα.
Το τελευταίο που είδε : Ένα μίνι ουράνιο τόξο στις αποχρώσεις του γκρι που δεν άρχιζε και δεν κατέληγε πουθενά.
«Ραντεβού στο τέλος του ουράνιου τόξου, εκεί που βρέχει χρώματα, μυρωδιές από αρώματα και ζαχαρωτά φωσφορίζουν το βράδυ φλερτάροντας τις γλώσσες. Εκεί που ζουν τα πρόθυμα κορίτσια και τα ντροπαλά αγόρια. Εκεί. Εκεί που η αγάπη και το μίσος θα γαμηθούν ξανά -παρά την κατακραυγή- κι απ’ την αιμομιξία τους θα εκραγούν και θα σκορπιστούν σε μικρές, απροσδιόριστες, συμπυκνωμένες μπίχλες. Και κάθε φορά που τυχαίνει να κυλιόμαστε στη μπίχλα, «Σ’ ερωτεύομαι» θα σου ψιθυρίζω. Μέχρι να γίνουμε κι εμείς μια απροσδιόριστη, συμπυκνωμένη μπίχλα, χάμω.»

Εμφανώς, έτσι θα είναι. Φαντασίωση μέχρι εκεί που φτάνει η ανάσα. Όλα κακοβγαλμένα, ως και την ευτελή λεπτομέρεια. Δαύτος , ναι αμέ και δαύτος, μια οφθαλμαπάτη με πόδια που έχασε το tempo. Tempo σιωπηρό, χορευτικό μα και πρωταρχικό. Μαρτυρικά πρωταρχικό. Εμφανώς.

1 σχόλιο:

Δημοσθένης είπε...

"Είναι κρίμα να νικάς όταν υπάρχει τόσο ωραία μουσική για να χάσεις"

Στιχάρα και το κείμενο γενικά μου άρεσε πολύ, μόλις το διάβασα.