Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009


''Ειρμός''


Ο ταλαντούχος σελιδοδείκτης


Πάνω σε ό,τι άστραψε
το βλέμμα του άτυχου περιστεριού
Βότσαλα φιλοτεχνημένα
από στρατιωτικές αρβύλες
Αστραφτερά κολιέ φτηνού πεζοδρομίου
Κάγκελα λουστραρισμένα
από εγωιστικές πανσέληνους
Βινύλια αλλοτινής αισθητικής
Λαμαρινένιες καλοκαιρινές λεωφόρους
Μέρες και νύχτες
Υπολείμματα και φωταψίες
ζώντας για παραπλανημένα πείσματα
Η λάμπα φωτίζει τις τελευταίες σταγόνες
του ξοφλημένου ποτηριού
Ας μείνουμε λίγο ακόμα!





Καταδικασμένο μου πνεύμα!
Να χρειάζεσαι πάντα σταθερό νήμα
Ως εδώ!
Στο εξής θα γίνω σχοινοβάτης
σε αόρατο σκοινί
Ηδονή άσαρκη
Σύγχρονος πόλεμος



Χωρίς σελιδοδείκτη



Πολύχρωμα πλήκτρα
Γρήγοροι ποδηλάτες
Επαναστατημένα στάχυα
Συγχισμένες κουρτίνες
Αλαφιασμένες πατουσίτσες
παιδιού υπνοβάτη
τρέχοντας στη σκάλα
προς μια αγάπη
ντυμένη με ροζ κανσόν
άφαντη
Προ Χριστού
Μετά Χριστόν
Αλάνθαστα μαθηματικά
Πάλη για ένα σημείο
ήχο
λάμψη
ποτε
σκοτάδι

Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2009

Πουρμπουάρ




Ο κάδος με τα βρομόνερα αναποδογύρισε απότομα και μια κεχριμπαρένια ρωγμή έσπασε τον ουρανό σε χιλιάδες μικρά κομμάτια καθρέφτη που έπεφταν σαν ξυράφια. Κοίταξε ψηλά ίσα να γίνει μούσκεμα η μούρη του. Την κατέβασε και στράβωσε το καπέλο του. Το τσιγάρο του σούρωσε σαν τσουτσούνι σε παγωμένο ντους. Είναι από εκείνες τις νύχτες που νιώθεις σαν τον peter sellers ,στην πρώτη ταινία του Murphy για την εφαρμογή της νομοθεσίας του. Ένα κατουρλί φως κυλιόταν στο μουσκεμένο τσιμέντο. Οι λακούβες έμοιαζαν με ουλές ατζαμή αυτόχειρα. Γέμιζαν σαν κανάτες μ’ όλη τη μπίχλα ώστε να μπορείς να καθρεφτίσεις τη φάτσα σου. Αυτό το κατουρένιο φως ερχόταν από μια πόρτα ακόμα πιο χάμω. Θα μπορούσε να πειστεί - αν δεν ήταν σε δύσκολη θέση - πως ήταν απ’ το βόθρο ή από κάποια περίεργη κοπρολαγνική τελετή απ’ αυτές που γίνονται στους υπόνομους και να προσπεράσει βιαστικά. Αλλά ήταν σε δύσκολη θέση και η φαφούτα ταμπέλα νέον το έλεγε καθαρά: “In ita ion to t e l es”. Εντάξει, δεν το έλεγε καθαρά η γαμημένη αλλά κάθε τόσο τα χαλασμένα γράμματα αναβόσβηναν και αν είχες λίγο υπομονή, θα ‘βλεπες να γράφει : “Invitation to the blues” χωρίς να ‘σαι σίγουρος, ωστόσο.
Κατέβηκε τρία σκαλιά και μπήκε στο ημιυπόγειο bar. Ρύθμισε το καπέλο χαμηλά, να μην φαίνονται τα μούτρα του και κάθισε σε μια γωνιά. Μια καρικατούρα, βίαζε τα πλήκτρα του πιάνο, σαμποτάροντας τα πνευστά του Dizzy Gillespie που είχε δειλά επιστρατεύσει ένα παλιομοδίτικο jukebox ζητιανεύοντας λίγα κάλπικα, έστω, κέρματα. Κάθισε σε μια σκοτεινή γωνιά στο bar στάζοντας νερά γεμάτα ρυπαρές σκοτούρες. Θα είχαν περάσει τρεις μούτζες λεπτά, μιας κι είχε στεγνώσει πλήρως όταν έφτασε. Πρώτα είδε τα πόδια της. Ήταν ξυπόλητη και τα νύχια της ήταν ελαφρώς απεριποίητα. Οι γάμπες της ήταν σαν καλοσχεδιασμένες στήλες του Gaudi και για να πας πιο πάνω χρειάζεται να έχεις κάποιο λεξικό ομορφιάς για να την περιγράψεις περίπου. Είχε αυτό το τσαχπίνικο, αυθάδικο και αλήτικο βλέμμα με δυο μεζούρες νάζι που πάει στα κορίτσια όπως και το πιπέρι στο Bloody Mary.
«Θα παραγγείλεις;» του είπε. Το άκουσε σα να είναι κάποιο απ’ τα ποιήματα του Rimbaud που ξέσκισε και μασούλησε ο Verlaine . Άνοιξε τον κατάλογο. Έριξε μια γρήγορη ματιά στις κόκκινες μπύρες. Μια λεγόταν “Kwaκ” και θα έκοβε το πουλί του, πως δεν είχαν ξανασυναντηθεί. Αλλά δε γαμιέται; Θα έκοβε το πουλί του για οτιδήποτε. Δίπλα έγραφε με ένα ταλαιπωρημένο μολύβι που μάλλον έσπαγε τη μύτη του σαν τον Balboa: «Σερβίρεται κατόπιν συνεννοήσεως».

(Η συνέχεια στο link "Διαβάστε περισσότερα" από κάτω. Άραγε τι πουρμπουάρ θα της αφήσει για την εξυπηρέτηση;)

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

αέναη αλληλουχία ενός υπέροχου τίποτα




ναι,γι αυτό θα μιλήσω
τετάρτες,σάββατα και κυριακές
δευτέρες και παρασκευές.
ημέρες άνω τελεία
κενές άνω τελεία


διαδοχή και αναμονή.
αναμονή και διαδοχή.
σ' έναν κουρασμένο χορό εντυπώσεων και αφορμών.
οι χαρές,ακριβό κρασί για τις γιορτές μας.
οι ευθύνες,σημάδια που τόσο περήφανα καλύπτουμε
και η συνείδηση,σκοπός που αποκοιμήθηκε νωρίς.


φίλοι,εραστές,συγγενείς
επιφανείς κάτοικοι εποχής
ένοχοι φορείς ενοχής.


όλο μαζί ξεκινάμε
κι όλο εδώ μένουμε.
και τελικά τι σημασία να ξεκινάμε μαζί
αν δεν μοιραστούμε και στον προορισμό το "μαζί"?


μαζί
μαζική αλλαγη
κι απο μαζί
εγώ με εγώ
κι εσύ με εσύ


δεν γράφω άλλο απόψε.

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009

Θερμόμετρο



*Παιχνίδι με τη Madame de la Luna

Πάνω – Κάτω. Κάτω – Πάνω απότομα.


#35 βαθμοί :
12/4/2002 πάλι! Μια γαμημένη μέρα σαν όλες τις άλλες μόνο που εκείνο το πρωί σταμάτησαν να μετράνε. Για κάποιους ήταν βολικό. Ας πούμε για παράδειγμα, τους τύπους που φτιάχνουν εκείνα τα παλιά ημερολόγια με την παροιμία στον πισινό, βολεύτηκαν με μια : «Όσα δε φτάνει η αλεπού, τα φτάνει η καμηλοπάρδαλη!» . Δε γαμιέται;! Όλα βολικά είναι. Άλλωστε οι μέρες είχαν αρχίσει να μοιάζουν τόσο η μια με την άλλη που δεν είχε νόημα. Εκτός του ότι ήταν ανήθικο –όπως αποφασίστηκε – να βασίζονται κάποιοι στην ελάχιστη προοπτική μιας νέας μέρας, αναλώσιμης τόσο – όσο κι ο ορεκτικός μεζές στο πιάτο ενός απελπισμένου πεινάλα που φυλούσε τα όνειρα του τσαλακωμένα στην κωλότσεπη. Ένα μάτσο prospectus από fast food.
Αφού διαπίστωσε, λοιπόν, γι’ ακόμη μια φορά πως είναι αλεπού ανάμεσα σε καμηλοπαρδάλεις τσαλάκωσε την παροιμία και την πέταξε. Η εξέγερση ξεκίνησε στην ώρα της, λες κι ένα μάτσο συνεπείς Άγγλοι αποφάσιζαν να διαμαρτύρονται στο ξεροκέφαλό του.

#36 βαθμοί :
Όσο κι αν δεν ήθελε να το παραδεχτεί δημοσίως, είχε αρχίσει να νιώθει μια εξάρτηση γι’ αυτές τις ημικρανίες. Ήταν μια απόδειξη ότι το μισό κεφάλι του λειτουργούσε, αν και ανησυχούσε πως το σκουλήκι που είχε μπει εκεί μέσα θα μασούλαγε κάθε νευρώνα που υπήρχε μέχρι να βγει απ’ το μάτι του 5 φορές πιο χοντρό.
Το φανάρι της Ιεράς Οδού και Θηβών είναι για τον πούτσο! Όποιος το έμπηξε στο τσιμέντο δύο πράγματα μπορεί να είναι: ή μαλάκας ή ταγμένος οπαδός του Fellini που εμπνευσμένος από την πρώτη σκηνή του “8 ½” θέλησε να την αναβιώνει καθημερινά στο δρόμο, σαν καλλιτεχνικό δρώμενο ώστε να το απολαμβάνουν όλοι, χωρίς διαχωρισμούς.
Η διασταύρωση είχε μπλοκάρει. Ένα αμάξι από την μια ένα από την άλλη. Το φανάρι αδιάλλακτο. Σα βιαστικός θερμοστάτης γινόταν από πράσινο για λίγο πορτοκαλί και μετά κόκκινο για ώρα. Κόρνες, βωμολοχίες και παραδοσιακές χειρονομίες ενορχήστρωναν τη συμφωνία της αθέμιτης ανταγωνιστικότητας με μαέστρο το κόκκινο του φαναριού που τους έδινε το σήμα σα σημαία ταυρομάχου.
Προσπάθησε να ανοίξει το ραδιόφωνο. Τζίφος. Ήταν χαλασμένο. Όπως τα ραδιόφωνα όλων των αμαξιών γύρω του.

(Το θερμόμετρο ανεβαίνει κι άλλο στο link "Διαβάστε περισσότερα" από κάτω)
..............................................................................................................................

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

τα ξύλινα μέρη του σώματος

τα ξύλινα μέρη του σώματος,
του όποιου σώματος,
έγχορδου,
άχορδου,
άκαρδου,
ή μή...
είναι τα τρωτά του μέρη.

θα πιάσουν πρώτα φλόγα ,
θα παρασύρουν,
θα παρασυρθούν,
και θα αποσυρθούν
μόνο όταν όλα είναι στάχτη.

είδες?
τα σώματα μοιάζουν με τα δέντρα τελικά!
τόσο σκοτάδι στις ρίζες τους,
τόσος ουρανός στα κλαδιά τους.
άνοιξη,καλοκαίρι, φθινόπωρο,χειμώνας,άνοιξη
ένκαρπα
άκαρπα
άκαρδα
ή μη...

αλλάζουν χρόνο με τον χρόνο,κάθε χρόνο.
πόσο χρόνο ακόμα.

κάθε φύλλο που έπεσε,έπρεπε να πέσει.
κάθε που έπεσε,έπρεπε να ακουστεί.
κάθε που σώμα συνάντησε σώμα,
καθε που σώμα συνάντησε χώμα,
έπρεπε να ακουστεί.

γιατί ότι χαλάει την σιωπη πρέπει να ξέρει γιατί το κάνει...
ακόμη και τα φύλλα.
ακόμη και τα σώματα.

Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2009

Το κλειδί

Κάποια νύχτα από το αιδοίο μιας γυναίκας
ξεγλίστρησε ένα κλειδί.
Κι έπεσε στο πάτωμα.
Ξύπνησαν οι γείτονες από το βρόντο
"ένα κλειδί έπεσε, ένα κλειδί ορφανό,
τι να ανοίγει;"

Εκείνη δεν ξύπνησε, ήξερε,

πως το κεφάλι της μπορούσε πια να ξεκλειδώσει.
Μέσα βρήκε κήπο πρωτόγονα άγριο
και ήταν ησυχία.
Μα είχε έρθει για θάνατο αυτός ο φυσιολάτρης
Και γνώριζε και ξερίζωνε
δυο πικρά χορτάρια,
το Μικρό και το Αδύναμο.
Τέλος μια άφθονη πόα,
την Εμμονή.
Όλη νύχτα σκότωνε
Άλλαζαν οι εποχές μέσα σε μια στιγμή.


Το πρωί είχε μαλακό χώμα μπλεγμένο στα μαλλιά
(στο αζάρωτο μέτωπο μια μέλισσα αναζητούσε νέκταρ)
Και πέραν προσδοκίας,
χωρίς άλλους μάρτυρες
η πλάτη της είχε γίνει μια ιδέα
πιο ίσια.


Απ’ οπουδήποτε αλλού χαμένο
Πολλαπλασιασμένο
Το κλειδί λαμπύριζε, μέσα στης μέλισσας τα μάτια.

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

ΠΡΟΣΟΧΗ!...Ανάπαυση_





Στολή
Συστολή
Δ ι α σ τ ο λ  ή
Διαστροφή
                   Σ
                       τ
                           ρ
                           ο
                       φ
                 ή
Διαστροφή
Δ ι α σ τ ο λ  ή
Συστολή
Στολή

Εν!



Δυό!Υβρεοπομπή - Φοίβος Δεληβοριάς
Τρία!Machine Gun - Portishead

Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2009

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009

Ο γιος του ήλιου

..και τώρα που έγινα γιος του ήλιου,
εγώ ο χρυσαφένιος βάτραχος,
θα αράζω
πάνω στα άσπρα νούφαρα του βρωμερού μου
έλους
κοάζοντας τη δόξα μου,
ώσπου να' ρθει
ο ομοφυλόφιλος πρίγκηπας που περιμένω,
να μου δώσει ένα σβουριχτό
φιλάκι
και να γίνω πάλι
ο γύφτος με το ντάτσουν
που πουλάει ποιήματα.

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2009

Κυριακή

η μόνη διαφορά αυτής της Κυριακής από την προηγούμενη
είναι ότι αυτή δεν πέρασε ακόμη.
Ίσως και ο ήλιος
να φωτίζει περισσότερο τώρα...
δεν θυμάμαι,
δεν θυμάσαι,
δεν θυμάται,
πνίγηκε πάλι μες την ιδιοτέλεια της η μνήμη.
Αυτή τη φορά όμως θα την θυμηθώ,
θα την γράψω,
θα την αποτυπώσω κάπου (εδώ).
Κυριακή
ημέρα των γιορτών και των καταλήψεων,
των αγρίων διαθέσεων και των αφορμών,
των πειρασμών
και των στιγμών που βρίσκεις την ουσία στο πιο αφελές και ήσυχο μεσημέρι.
Ακόμα κι αν σου την γδέρνει πίσω το μουντό της απόγευμα,
την κράτησες για κάτι λεπτά λίγα!
Μα άρχισε να βραδιάζει πάλι...
φιμώνει σχολαστικά τις εμπνεύσεις το σκοτάδι.
Μένω με πολύ μελάνι,αρκετό χαρτί
κι ένα σαραβαλιασμένο Κυριακάτικο δειλινό στο χώμα.
Πάντα στο χωμα δύει αυτό.
Μας έμοιασε φαίνεται.
Καληνύχτα.

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

ΧΝΤΟΥΠ!





Τα δάχτυλά της τέλειωναν σε 5 κατακόκκινα ξυράφια ,άψογα λιμαρισμένα. Ακούμπησαν τη βελόνα στο βινύλιο και το Πικ-απ άρχισε να στροφάρει αργά ,ενώ ο ήχος από τις γόβες της έσβηνε σε κάθε σκαλοπάτι που κατέβαινε. Η φωνή του Tom Waits βουτηγμένη στο γρέζι, ακουγόταν σα συνέπεια ετοιμοθάνατης μπαταρίας, που έπεσε θύμα ενός υπερκαταναλωτικού κασετόφωνου… “Rusted brandy in a diamond glass…”.

Ήταν μόνος τώρα, στην αποστειρωμένη ταράτσα του. Η ταράτσα βρισκόταν στην κορυφή του τεράστιου πύργου του. Ένας πανύψηλος και τετράπαχος πύργος. Αιώνες τον τάιζε με κάθε λογής αδέσποτους ανθρωπάκους , λιπαρά νοικοκυριά και εργάτες διαίτης δίχως ίχνος ξίγκι για να τον καλό-θρέψει. Εκείνος πάντα τους καταβρόχθιζε λαίμαργα. Μια ακόμα καθώς- πρέπει συνάντηση είχε τελειώσει. Έπινε την τελευταία γουλιά απ’ το brandy του, όταν παρατήρησε ένα βρώμικο κατακάθι στο απέναντι ποτήρι. Ένα άθλιο απομεινάρι που καμία θέση δεν είχε σε μια πεντακάθαρη ταράτσα . Ήταν το ποτήρι της. Στην άκρη είχε κολλήσει το κόκκινο κραγιόν της. Είχε καρφώσει τα μάτια του πάνω στο ποτήρι. Το Πικ-απ βρήκε το ρυθμό του στα 3/8 … “Everything is made from dreams..”και η βραχνάδα του Tom Waits σταμάτησε να μυρίζει οινόπνευμα. Τα μάτια του βυθίστηκαν στο κόκκινο κραγιόν. Γαντζώθηκαν πάνω του. Ύστερα το διαπέρασαν. Πίσω απ’ το κόκκινο αποτύπωμα των χειλιών της και ανάμεσα σε δυο στάλες brandy απλωνόταν “ο κήπος των απολαύσεων” του Hieronymus Bosch σε πλήρη θέα. Ο πύργος άρχισε να στροφάρει κι αυτός στο ρυθμό του Πικ-απ, σα ζαλισμένος μέθυσος που βρέθηκε άθελά του στη γεροντοκόρη μπαλαρίνα ενός χρεωκοπημένου Luna- park. Σίγουρα κάποιο τρομοκρατημένο μαμμόθρεφτο θα τον έπεισε να πάρει τη θέση του. Όλα γυρνούσαν. Μικροί κύκλοι που μεγάλωναν με αυξανόμενη ταχύτητα δημιουργώντας μια σπείρα. Όλα σβούριζαν εκτός απ’ το βλέμμα του που συνέχιζε να κοιτά μέσα απ’ το κόκκινο κραγιόν, ανάμεσα απ’ τις στάλες brandy στον κήπο των απολαύσεων. Ο κήπος τον περικύκλωνε με ρυθμό 3/8 time is made from honey slow and sweet /only fools know what it means…temptation temptation I can’t resist..”. Ήταν κλεισμένος σε μια σφαίρα με τον κήπο των απολαύσεων να στριφογυρνά παντού γύρω του. Όλα έδειχναν κοντά στα μάτια του μα δεν ήταν. Απόκρυφες απολαύσεις, ανομολόγητες διαστροφές και εξομολογημένοι πειρασμοί κάθε είδους και εποχής τον περικύκλωναν ενώ ταυτόχρονα ανακατεύονταν. Το κραγιόν στριφογυρνούσε χύνοντας μια συνεχή κόκκινη γραμμή στο κέντρο η οποία άρχισε να τον περικυκλώνει. Οι στάλες brandy είχαν ποτίσει τα πάντα με το άρωμα τους. Το Πικ-απ άρχισε να στροφάρει όλο και πιο γοργά φτάνοντας τα 25/8. Η φωνή του κ. Waits ακουγόταν σαν ουρλιαχτό πνιγμένο στο γράσο. Όλα στριφογύριζαν και τον πλησίαζαν. Μπορούσε ακόμα και να μυρίσει τις μυρουδιές. Υγρά μουνιά και τσιγαρισμένοι φαλλοί, καμένο λίπος και σιδερωμένο ρυτιδιασμένο δέρμα, βιολογικοί δονητές ταξιδιού και μουγκές κλανιές, συνειδητοποιημένους σοδομιστές , ραφές μεταχειρισμένων παρθένων, πλαστικά κολομέρια κανακάρηδων, κυτταρίτιδα βαμμένων ξανθών, απεγνωσμένες για μετακόμιση αιμορροΐδες πολιτικών που τις γλύφουν παπαδοπαίδια , επαναστατημένοι ευνούχοι και σκατά από φράουλες! Η κόκκινη γραμμή ήταν τώρα πολύ κοντά. Έμοιαζε με θηλιά που τον πλησίαζε. Ο ρυθμός έφτασε στα 12954/8 και η κόκκινη θηλιά τον τύλιξε στο λαιμό. Τον έπνιγε πεινασμένα. Όλα ήταν τόσο κοντά που τσιμπούσαν κάθε του αίσθηση. Ήθελε να πνιγεί στο κόκκινο κραγιόν της, μεθυσμένος απ’ το άρωμα της. Ο ρυθμός έγινε ακόμα πιο ταχύς. Κομμάτια βινυλίου πετάγονταν σκαμμένα απ’ τη βελόνα που το έσχιζε σε κομμάτια ενώ η φωνή του Tom Waits είχε γίνει θρύψαλα. Εκατομμύρια κομμάτια θρύψαλα από γρέζι παντού. Το κραγιόν έλιωσε από το λαιμό του σα φρεσκοκαμένο κερί πλημυρίζοντας τα πάντα. Ο πύργος δεν άντεξε άλλο. Είχε ανακατευτεί. Άρχισε να ξερνάει τα πάντα. Ό,τι καταβρόχθιζε έβγαινε τώρα μουχλιασμένο και με αντίστροφη σειρά. Κακομαθημένα παιδαρέλια, διακορευμένα κοριτσόπουλα, σάτυροι πατεράδες, ταριχευμένες γιαγιάδες , σάπιοι παππούδες και κομματιασμένες μανάδες εκτοξεύονταν απ’ τα σωθικά του. Τους ξερνούσε παντού. Κάθε φουρνιά που φτυνόταν από μέσα του τον αδυνάτιζε και τον κόνταινε. Αδυνάτισε πάρα πολύ. Τόσο που η κόκκινη λάβα από κραγιόν έκαιγε πλέον τα πόδια του ιδιοκτήτη του. Η ταράτσα μίκραινε συνεχώς. Με δυσκολία χωρούσε πάνω της.

Λίγο πριν σκάσει στο έδαφος προσπάθησε να θυμηθεί τι τον έκανε να το πλησιάζει με ταχύτητα μιας άμαξας 250 κενταύρων ,122 ανοργασμικών Barbie πίσω από έναν John John και του κουνελιού που κάνει τρύπες σε ξένα περιβολάκια. Ίσως ήταν η παύση λίγο μετά το ρε δίεση του σαξόφωνου στο κομμάτι “temptation” που απέσπασε την προσοχή του ή απλά το γαμημένο κόκκινο κραγιόν της στην αποστειρωμένη ταράτσα του. Όπως και να ‘χε μια κατάληξη υπήρχε. ΧΝΤΟΥΠ!


Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

υπόμνημα

κατακτώντας τους ημίαιμους γιούς του χρόνου,υπάρχω.
κοινές γιορτές λαμβάνουν χώρα στη χώρα των κοινών.
με ξεγελάει ο ήχος του θυμού(όταν οι σειρήνες μου σωπαίνουν)
με κάτι φτερά κακότεχνα-κομμένα, πετώ
κι όταν βαρεθώ τους ουρανούς, με καλεί το χώμα...
έτσι επιστρέφουν πάντα όσοι δεν έφυγαν ποτέ.

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

Καύτρες

Μόνο οι καύτρες! Ναι μόνο. Αυτές. Δε γουστάρω αστέρια ,φεγγάρια και μαλακίες. Μόνο καύτρες και σύννεφα νέφους να βράζουν στον ουρανό. Μόνο οι καύτρες. Αυτές μόνο να πλησιάζουν σε κάθε τζούρα. Κάθε που ρουφάς να σε φωτίζουν. Εκεί στον Άλιμο. Στη θάλασσα. Χτύπα παλαμάκια εσύ. Με τα δάχτυλα σου. Να χορεύω αδέξια ζεϊμπέκικο στα κύματα. Να χτυπάς παλαμάκια με την καύτρα να πλησιάζει το μούτρο σου και να χαμογελάς με την ατσουρμπαλιά μου. Να μου λες ΄"Κάτσε! πιτσιρίκο.." να μου κλείνεις το μάτι. Μετά σηκώνεσαι με την καύτρα να πλησιάζει. Χορεύεις κι εσύ με τα μαύρα τακούνια. Σπάνε τα βότσαλα. Το αλάτι καίει τα πόδια σου. Τα κύματα σε γλύφουν. Παλαμάκια και παφλασμοί. Κι εσύ να τραγούδάς με φωνή Nina Simone Just Like A Woman . Πετάς τα τακούνια στη θάλασσα. Η καύτρα πλησιάζει. Σε φωτίζει ωραία. Σε θέλω τώρα! Να γλύψω το αλάτι ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών σου. Τι ζεϊμπέκικο κι αυτό! Just Like A Woman. Καύτρες που πλησιάζουν στ΄απόλυτο σκοτάδι και κύματα δειλά. Αύριο θα πάρω τους φίλους μου. Να κάνουμε αυτό που λέγαμε πως θέλαμε να κάνουμε προχτές: "Ας μεθύσουμε κι ας πειράξουμε άσχημα κορίτσια!" Ας μεθύσουμε με songtails. Το δικό σου Songtail γλυκιά μου. Εσένα που χορεύεις ζεϊμπέκικια στον Άλιμο με τη γάμπα στην αλμύρα. Δυό μεζούρες "put the blame on mame boys" άλλες τρείς γενναίες από Duke Ellington και θέλω δύο ακόμα γεμάτες Blues. Τα blues που γράφτηκαν για τις γάμπες σου καλή μου απ' τα κύματα όταν τα τσαλαπατούσες για να με μάθεις ζεϊμπέκικο. Μα οι καύτρες έφτασαν τσιτσιρίζοντας κι είναι καιρός. Τα παλαμάκια μάτωσαν τα χέρια μου και πήραμε κι οι δυο φωτιά. Ας πέσουμε στη θάλασσα σφυρίζοντας σαν καύτρες να πνιγούμε.Να καούμε από τ' αλάτι. Σε θέλω! Τα παλαμάκια τσαλακώνουν τη θάλασσα. Πες μου πως με μισέις. Με μισείς! Αυτό είναι. Με μισείς. Καύτρες. Μόνο καύτρες τσιγάρων κι απόλυτο σκοτάδι. Καύτρες να σε πλησιάζουν σε κάθε τζούρα π' αφήνεις. Κι ο καπνός που βγαίνει απ' τα πνευμόνια σου... Θέλω να τον ρουφήξω! Μάθε με...Μάθε με ζεϊμπέκικο κι απόψε. Άλλη μια φορά.Δείξε μου που και πότε να παραπατήσω...Στα κύματα. Πριν η καύτρα σε κάνει στάχτη και χαθέις. Λίγο πριν. Δείξε μου τη φιγούρα που σε γοητέυει να σε φλερτάρω απ' την αρχή. Που να παραπατήσω?

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

Ρεπορτάζ

‘’Ρεπορτάζ’’ 


Λουλούδια, άνθρωποι και μηχανές προχωρούν
πιασμένοι στο φουστάνι μιας πορσελάνινης
κούκλας που παραπατά μπερδεμένη από φως. Το
μωρουδιακό καρότσι χαράζει με την πορεία του ιδεογράμματα μελλοντικών πολιτισμών. Στο
λάβαρο, η γεννειάδα του γερο-επαίτη ανεμίζει
σοφή επανάσταση.


Οικοσυστήματα χιλιάδων γραφείων, ποτάμια μπλε
μελανιού, διακλαδώσεις καλωδίων εκβάλλοντας σε
μια αβυσσαλέα κατάφαση που εντελώς αθώα
καλείται επικοινωνία. Με προσηλωμένα πάντως
βλέμματα κέρινων ομοιωμάτων στρέφονται στα
παράθυρα πιστεύοντας στην άρπα και το ουράνιο
τόξο.


Απόγευμα κιόλας, η ακατανόητη παντομίμα συνεχίζει στα τσιμεντένια σπιρτόκουτα.


-Με βρίσκεις όμορφη;


-Ναι! Αναπάντεχη.


Σάρκινες σφραγίδες-μόνα τεκμήρια.


Ψηλά στο μαύρο τραπεζομάντηλο αραδιάζει πάλι την πραμάτεια του ο κατεργάρης χρυσοχόος
παραπλανώντας υγρά διαστημόπλοια να
σαλπάρουν απ’τα μάτια.


Gott-Tod-Tod-Gott -πλατάγισμα φτερών της εφημερίδας που για εξιλέωση εξαϋλώνεται.



Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2009

ο ήχος


μερικές φορές κοιτάω τον καθρέφτη μα δεν καθρεφτίζομαι.
βλέπω εποχές να αλλάζουν και πρόσωπα να περνανε.
που και που κατι καρναβάλια με βαριά βελούδα για κουρτίνες.
παράθυρα' και μεσα είδωλα που δεν μπορώ να αγγίξω.
δεν ξέρω να κοιτάω σκέφτομαι συχνά,
αλλά ουτε αυτό.

ακόμα περνάνε και καλοκαίρια...
μα και κάτι Κυριακές ρακένδυτες,ξεπεσμένες.
δεν τις συμπάθησα πότε νομίζω,
κι έτσι δεν ξέρω ουτε αυτές.

οι φίλοι όμως είναι εκεί.
τους βλέπω καθαρά!
αυτοί ομως με βλέπουν?
δεν εστιάζει ποτέ η ματιά τους πάνω μου.

χαζεύω άλλες φορές κατι ρήματα
που δεν ξέρουν να κρατάνε τον λόγο τους,
ξέρουν όμως να περιφέρονται σ'αυτές τις ρημαγμένες χωρες
με σατέν φορέματα και πρόζα βασιλική.

έτσι περνάει η ώρα ώσπου χαμηλώνουν,σβήνουν και τα τελευταία φώτα
και δεν βλέπω τίποτα πια.
μπορεί να είναι και καλύτερα ετσι...
αποσυμφόρηση της όρασης.

μα ακόμα και εκεί,στην ανυπαρξία του φωτός
πάντα ακούω λίγες νότες από κάπου...
κι έχω την εντύπωση πως είναι από αυτούς!

αυτούς που δεν κοιτάνε με τα μάτια ανοιχτά.
αυτούς που δεν τους ταλαντεύει την ψυχή τους κανένα ημίφως.
αυτούς που μπορούν να παίζουν τα όργανα τους ακόμα και στο σκοτάδι!
έτσι μόνο ο ήχος τους μενει τελικά.
μοναδικός και απόλυτος.
ο ήχος.

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

Get The Party Started




Τα βλέφαρα κλείνουν αργά. Όλα θολώνουν. Το φως μπερδεύεται με το σκοτάδι. Γραμμές μεγαλώνουν, σφαίρες γεννούν σπείρες και σπείρες γεννούν σφαίρες. Τα φωτεινά αποτυπώματα χάνονται. Τα βλέφαρα είναι κλειστά. Σκοτάδι. Το σκοτάδι ανάβει. Δεν έχει χρώμα το φως του. Μόνο που μοιάζει ζωντανό. Μαύρο που αναπνέει. Το μαύρο κινείται. Βγάζει πλοκάμια. Περίμενε όλη μέρα, ήσυχο. Αδημονούσε γι’ αυτές τις λίγες ώρες. Πόσες να είναι αυτή τη φορά; Πρέπει να προλάβει να δέσει καλά. Να κρύψει τα πάντα. Τίποτα να μην κινείται. Τίποτα να μην ακούγεται. Μόνο η ανάσα. Ρυθμικά. Αργό τέμπο. Βαθιά εισπνοή, βαθιά εκπνοή. Αργά. Το μαύρο κινείται. Ολοζώντανο ξετυλίγει τη συλλογή του. Η συλλογή θα εκτεθεί. Έχει απορροφήσει τα πάντα. Εικόνες ,μυρωδιές ,ήχους ,υφές , γεύσεις ,κραυγές και συναισθήματα .Όλα τα συναισθήματα .Τα βαφτισμένα και μη. Τα ‘χει θάψει μέσα του, όλα. Τώρα κινούνται όλα . Γίνονται πλοκάμια .Τυλίγουν το φως. Είναι ανήμπορο. Το τυλίγουν πλοκάμια από παντού. Το δένουν. Το σφίγγουν. Ένας τεράστιος κόμπος .Μπλέκεται συνέχεια. Ένας γόρδιος δεσμός. Τα πλοκάμια είναι φωτεινά. Ζωντανό μαύρο που κινείται. Μέσα έχει τα πάντα. Η αναπνοή ρυθμική .Βαθιά εισπνοή - βαθιά εκπνοή - βαθιά εισπνοή- βαθιά εκπνοή …

Σκοτάδι παντού. Ανάβει ένας αναπτήρας. Ακουμπά τη φλόγα στο τσιγάρο. Τα τσιγάρα γίνονται τρία. Αχνό φως. Γυναίκα γυμνή χωρίς μάτια φουμάρει το πρώτο. Γυναίκα καλοντυμένη χωρίς πρόσωπο το δεύτερο. Το τρίτο καπνίζει μόνο του. Αυτοκτονεί. Σιγοκαίγεται. Η καύτρα των τσιγάρων πιο έντονη τώρα. Ένας στραπατσαρισμένος τοίχος για φόντο. Πολύ φως τώρα. Στον τοίχο παίζει τον «ανδαλουσιανό σκύλο». Απέναντι τηλεοράσεις που αιωρούνται. Παίζουν παράσιτα. Οι κεραίες τους είναι αγκάθινες. Ο κόκκινος προβολέας πετά το φως του. Μαριονέτες με όργανα. Τα κουρδίζουν… Τα κούρδισαν. Ο κόκκινος κύκλος που διαγράφει ο προβολέας κάνει πτυχές και ανοίγει σα μουνί σε διαστολή. Από μέσα βγαίνει το ολόγραμμα της Shirley Bassey. Κρατά ένα μικρόφωνο. Το τρώει. Οι μαριονέτες ξεκινούν να παίζουν. Τα παράσιτα το βουλώνουν. Μια γραμμή κατεβαίνει από ψηλά. Δεν είναι μαύρη ακριβώς. Το μαύρο της είναι ζωντανό. Σταματά δυο μέτρα πάνω από το έδαφος. Καταλήγει σ’ έναν τεράστιο κόμπο. Η Shirley ξεκινά: “Get this party started on a Saturday night everybody is waiting for me to arrive ,I got lot of style check my gold diamond ring I can go for miles if you know what I mean ……I’ m coming out so you better get this party started!". Τα τσιγάρα τελειώνουν. Τρία μηδενικά καπνού το στερνό τους σχόλιο. Ενώνονται στον αέρα. Γίνονται κύκλος. Ένας μεγάλος κύκλος από καπνό. Ακουμπά το μαύρο κόμπο. Στέκεται εκεί. Θηλιά. Είναι μια θηλιά από καπνό. Βαθιά εισπνοή - βαθιά εκπνοή και ξανά λίγο πιο γρήγορα: Βαθιά εισπνοή – βαθιά εκπνοή.

Πέφτω στο γκρεμό και είμαι στο χωριό μου. Συναντώ ένα σύρμα. Πάνω λευκά περιστέρια. Κάθονται πλάτη. Γυρνούν. Έχουν πρόσωπα από ξανθές κοπέλες. Πετούν. Αρχίζουν να κουτσουλάνε πέτρες. Τρέχω. Αδιέξοδο. Παλιό αρχοντικό με πολλά παράθυρα. Στα παράθυρα γυναίκες πολλές. Άρρωστες. Ματωμένες. Με πλησιάζει κάποιος. Ύποπτος. Μοιάζει με νταβατζή. Τον ξέρω. Είναι από το χωριό. Δε μπορεί. Προσπαθώ να του εξηγήσω. Δεν καταλαβαίνει. Του λέω πως είναι αγρότης. Δεν καταλαβαίνει. Μου χύνει ένα ποτήρι ούζο στο κεφάλι. Πνίγομαι. Ζαλίζομαι μεθυσμένος. Κάποιος με κυνηγά. Κοιτάω πίσω. Ο δάσκαλος μου από το δημοτικό με κυνηγά με ένα τσεκούρι. Δεν απομακρύνομαι. Τα πόδια μου αιωρούνται. Δε μπορώ να τρέξω. Είμαι στο αμάξι. Τρέχω. Μια στροφή μου φεύγει. Τρακάρω στα βράχια. Βγαίνουν χρωματιστά μπαλόνια με ήλιον από το τιμόνι. Σκάνε. Η φωνή μου αλλάζει.
Βαθιά εισπνοή – βαθιά εκπνοή ακόμα πιο γρήγορα…

Η Shirley τραγουδά. Μια ροζ λιμουζίνα. Ένα πορσελάνινο άλογο δαλματίας του σκάκι ανοίγει την πόρτα. Βγαίνει εκείνη. Περπατά υπεροπτικά. Φοράει ροζ γούνα κι ένα ολόχρυσο δαχτυλίδι. Ο ήχος των τακουνιών της κάνει τις αγκάθινες κεραίες να ματώσουν. Πάει προς τη θηλιά. Στέκεται από κάτω. Το δαχτυλίδι καπνού μεγαλώνει. Τυλίγεται γύρω απ’ το λεπτό της λαιμό. Σφίγγει. Εκείνη κρέμεται. Γελάει. Γελάει δυνατά. Τρέχω να τη σώσω. Δε μπορώ να τη φτάσω. Γλιστράω. Δε μπορεί να αναπνεύσει. Σπαρταράει. Έχει σπασμούς. Μόνο αυτοί ακούγονται μαζί με την ανάσα. Βαθιά εισπνοή – βαθιά εκπνοή και σπασμοί… σπασμοί… σπασμοί…σπασμοί
Κόκκινη φλοκάτη. Εκείνη γυμνή πάνω της. Φορά μόνο το δαχτυλίδι. Σπαρταρά από ηδονή. Ένα μωβ τριαντάφυλλο είναι στο χέρι της. Το σώμα της πάει να σπάσει από τους σπασμούς ηδονής. Έχει παντού γρατζουνιές. Σε όλο το κορμί της. Ο χρόνος κυλά ανάποδα. Το ρολόι στον τοίχο γυρίζει αντίστροφα με μεγάλη ταχύτητα. Όλα κάνουν rewind. Σπασμοί, σπασμοί , σπασμοί, χύνει και χύνει πολύ. Κραυγές. Ουρλιαχτά καύλας. Καυτής καύλας. Το τριαντάφυλλο τρίβει το μουνί της. Άγρια. Σε κάθε του κίνηση μια γρατζουνιά σβήνει από το κορμί της. Τρίβεται. Όλα γίνονται ανάποδα. Μουνί, πόδια, κοιλιά, στήθος, λαιμός. Το τριαντάφυλλο επιστρέφει και σβήνει τις γρατζουνιές από το ιδρωμένο κορμί της που στεγνώνει καθώς όλα γυρνούν στην αρχή. Το τριαντάφυλλο πιο απαλό τώρα. Τη χαιδεύει. Το ρολόι δείχνει μια ώρα πριν. Την ώρα που της δίνω ένα μωβ τριαντάφυλλο και της φιλώ το χέρι. Και τώρα ξανά. Πολύ πιο γρήργορα. Το ρολόι γυρνα και πάλι κανονικά. Δεξιόστροφα. Αστραπιαία. Ξανά το κορμί της στη φλοκάτη. Γυμνό. Γεμάτο γρατζουνιές. Σπαρταρά από καύλα. Σπασμοί… Σπασμοί… Σπασμοί…
Πνίγομαι. Το σώμα μου σπαρταρά. Έχω σπασμούς. Δε μπορώ να ανασάνω. Κρέμομαι. Κρέμομαι από τη θηλιά. Εκείνη με κοιτά. Χαμογελά. Μου κλείνει το μάτι…

Βαθιά εκπνοή - βιαστική εισπνοή! Το φως τσαλακώνει τα μάτια.

Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2009

αντίλογος

διαιρεί και προδικάζει
διχοτόμος γραμμή λευκή
συνεχώς παρατηρεί
και ατελώς μου μοιάζει

στη λογική πυροδοτεί
υποδειγματική πυγμή
μα αφελώς κυοφορεί
ό,τι λιμνάζει...

φερόμενος ως δισταγμός
επαναστάτης και δειλός
σωτήριος και τραγικός
α ν τ ί λ ο γ ο ς
και συνεπώς προστάτης

Σαρκοβόρες Νύχτες


Νύχτες. Πολλές. Πόσες; Όσες!! Δε γαμιέται_ Ποιος σκοτίζεται {αλήθεια#@?
Κάποιες όμως. Μετρημένες. Νύχτες νυχιές. Νυχιές σαν από θηλυκό. Θηλυκό με μανικιούρ λιμαρισμένο-ακονισμένο.
Νύχτες νυχιές μπήγονται στα στήθια. Καυτές οι γαμημένες. Καυτές. Ψαχουλεύουν. Δε μπήγονται μόνο -> Ψαχουλεύουν να βρουν μέσα, τα μπλέκουν όλα, παίζουν. Νύχτες. Νύχτες εκδικητές. Ουρλιάζουν για τις άλλες. Τις σπαταλημένες. Τις ξοδεμένες. Τις μη καταμετρημένες. Υγρές. Σε τυλίγουν με υφή από υδράργυρο. Μαύρος υδράργυρος που μπαίνει από παντού. Από όλες τις τρύπες. Από τα ρουθούνια. Ούτε whiskey ούτε γάρα. Όρεξη καμία.
Νύχτες σαρκοβόρες. Σε μυρίζουν , σε περικυκλώνουν! Έρχονται να κατασπαράξουν πάλι σάρκα. Φρέσκια σάρκα.
Γαμημένες σαρκοβόρες νύχτες της πόλης.