Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Χοιρομητέρα

Είμαι η χοιρομητέρα
Που πλακώνει βίαια τα νεογνά της
με την μεγάλη , λιπώδη της κοιλιά

-κατάσταση ασφυξίας-

Και αυτά γελάνε.
Ευτυχισμένα.
Μικροσκοπικά.
Κάτω από την ίδια στέγη

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

Η Τελευταία Ώρα


Έσφιξε το σχοινί και τρύπησε τα πλευρά του ακροβάτη εαυτού του.

Καθώς δεν άργησε ν' αρχίσει η αιμορραγία στο δωμάτιο ακούστηκαν κραυγές.

Ένα ρολόι,δώδεκα χρώματα πηχτά κι ένας ζητιάνος που σερνόταν στο κατώφλι της ώρας.

Τα βήματα νωχελικά, μαντεύοντας πάλι λάθος τον προορισμό του.


"Τύλιξε με μια κουβέρτα μόνο και δεν θα σε ενοχλήσω. Να,είναι που θέλω να τραβηχτώ ως την θάλασσα...

μετά θα ξαποστάσω για πάντα εκεί,στην πρώτη σαρακοφαγωμένη βάρκα που θα βρω.
Εκεί θα φτιάξω ένα τραγούδι.

Δεν θα λέει για καταστροφές και σάβανα, ούτε για το χλιμίντρισμα που ακούγεται των δαιμόνων πριν χυμίξουν .

Δεν θα λέει για το μαύρο αίμα που κοχλάζει στις καρδιές και τις ρυπαρές μας προσευχές που βούλιαξαν στα έλη των φόβων.


Θα λέει για τον Μάη και το παιχνίδισμα ενός βλεφάρου που βλέπει για πρώτη φορά το άσπιλο φως.

Θα λέει για μια κόρη που ντύνεται απόψε το λευκότερο πέπλο της.

Για την ανάσα μιας ανέλπιστης ευχής που μετουσιωμένη σε κέρμα κοιμάται ακέραιη στον βυθό της λίμνης.

Θα λέει για τον Ζέφυρο,που χαϊδεύει τη ράχη της ψηλότερης κερασιάς του λόφου.

Θα λέει για την ώρα που ξυπνάς, ακούγοντας το θρόισμα των φύλλων..."


Η αιμορραγία σταμάτησε.Στο υγρό πάτωμα φύτρωσαν κόκκινες αμαρυλλίδες.

Κοίταξε απέναντι,τον εαυτό του στον καθρέφτη.

Δεν χαμογελούσε,αλλά όσο κοιτούσε το λευκό του πρόσωπο,

τις μπούκλες που πέφτανε ανέμελες σαν σερπαντίνες ανάμεσα στα φρύδια του,

τα μπορντώ του χείλη και τα μαύρα μάτια του - δάκρυσε.


Έλυσε το σχοινί και μ' ένα νωπό χαμόγελο κάθισε στο παράθυρο.


Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2011

ΜΗ ΑΝΑΣΤΡΕΨΙΜΟΣ


Από τον Αλέξανδρο ως την αιωρούμενη Ιερουσαλήμ που όλο φτάνει, δοκιμάζομαι στη μελαγχολία του μετέωρου
Στα ηλιόλουστα ζαχαρωτά κάθε ατέρμονης οροσειράς
Στην άλμη και στον τζίτζικα, αλλά
Και σε πράγματα πιο επιρρεπή στη διαστροφή όπως
Έρημος και γλώσσα.
Μόνο το όνειρο σε στρέφει εκεί απ’ όπου προήλθες-
Ένας πελώριος φοίνικας πυρπολημένος μ’ άστρα
Κι από τότε, εκείνος οπλοφορεί κι εκείνη κυοφορεί
Αυτή αναδίδει κι αυτός αποδίδει των άλλων εποχών τις ουτοπίες.
Κι όμως, ζητάω κάτι πιο υπαρκτό από το σκουριασμένο ποδήλατο κάθε γενιάς
Ζωή μ’ αστραφτερό φουστάνι και ματωμένα γόνατα
Για ‘σένα τινάζεται πύρινο μεσ’ απ’ τις λεύκες το αδέσποτο τραγούδι
Γι’ αυτό θα συνεχίσω παραστρατώντας
Σα λαγός μες στα λιοτρόπια
Σαν αμνός μες στους πυρσούς.
"Απόκαμα, θολώσανε τα μάτια μου και ο νους,
όμως ακόμη γράφω"

Γραφιάς
Νηπενθή

Κώστας Καρυωτάκης





Εξίσου διαστροφικός
Ο ανεπάγγελτος
Με τα λάσπινα γάντια

Θέλω - και κροάζω
Να φορέσω στεφάνι
Τα σεξιστικά σας σύμβολα

Το έγκλημα
Του γραφιά
Ενός γραφίστα

Η εκδίκηση του :
Ο αυνανισμός

Τα προνόμια του
Ξέπεσαν στα νύχια σας

Η έκκεντρη νύχτα

Της εκκεντρικής μανίας

-

Οι φίλοι σου , σάπια κορμιά
Φορεμένα αριστοκρατικά στους ώμους μου
Η γούνα της συμφιλίωσης μας

Αγγελία προσμονής :

Ανταλλάσω τις προαναφερθέντες τελείες
Με το περίγραμμα σου

Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

Το μόνο που θα μας ενώνει
Είναι μια κλειστή λόγχη
Από μαύρο σίδερο

Τα άσπρα μάτια
Που προσπαθούσαμε να δούμε
Κάτω από το χιόνι

Ο ενταφιασμός
Του εθελότυφλου
Στην πατρική στέγη

Δύο μεγάλες πέτρες
Κάτω από το μαξιλάρι

-

Ίσως και τίποτα
Απ'όλα αυτά

Κυριακή, 14 Αυγούστου 2011

El beso de mujer loca

Στην Ανδριάννα



Σήμερα αδιαθέτησα
Κρέας καλύπτει τα πόδια μου
Όχι , το όνειρο

Η σάρκα είναι στα νύχια μου -μέρος μου-
Το φροντίζω , είναι το πέος τους
Θλιβερά απομεινάρια , εύπλαστων σαδιστών

Θηλάζω το στόμα του
Δεν έχει δόντια , είναι σκουλήκι
Ακύρωσα την πίστη μου ;

-Ζητώ δότη οργάνων-

Η καρδιά του κόπηκε , τη φύλαξα
Οι φλέβες του , στο σβέρκο μου
Το πρωί μάτωσε , ξέρασα το κακό
Οι θεοί με θέλουν - καθαρή

Αναπνέει
Απο τη μύτη
Διαλυμένο μπιμπελό
Σε κατηγορώ
Με στοίχιωσαν
Η ήβη μου αρνήθηκε τη λάμα

Καίγομαι
Τους απανθράκωσα , κοιμήσου ήρεμος
Κοιτάω τον ήλιο
Στα μάτια

Θα συνεχίσω να τρέφομαι
Φύτεψα τα μαλλιά σου
Θηλάζω το αίμα σου
-Πάντα αρωμάτιζα τα χείλη μου-

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2011

Συνέχεια της αντανάκλασης
Κοπή της θάλασσας
Ικέτης ενός αστεριού

Του άγορου μετεωρίτη
Με την άσχημη
Σπονδυλική στήλη

Του βρώμικου νερού
Με τα ζωήφια
Που ζούνε στο στομάχι μου

Της γυναικέιας μορφής
Με τα μεγάλα δάχτυλα
Και τα μικρά στήθη

Πολύ-πληθαίνω
Την αυγή

Ένας ωμός κρόκος αυγού
Κάτω από τη γλώσσα μου
Το κόκκινο κέλυφος
Κολλημένο στα λέπια σου

Και ένας ουρανός
Γεμάτος έμβρυα
Και ομφάλιους λόρους

Τρίτη, 5 Ιουλίου 2011

Οι γυναίκες
-μελαχρινά αγρίμια
ή αυτό το ξανθό χιόνι στους λοβούς-
ξέφυγαν
και σε περικυκλώνουν
άμορφες
διάφανες
σχεδόν η αναπνοή σου

''Νικηθήκαμε''
Μεταφράζεις

Το μόνο που εννοούσα
είναι το δίστιχο
της ενηλικίωσης σου

Δύστυχε πατέρα , μεγάλωσα
-κουράστηκα να σε θηλάζω

Κυριακή, 29 Μαΐου 2011

Les fiançailles-Οι αρραβώνες, μέρος 5ο
Guillaume Apollinaire


Pardonnez-moi mon ignorance
Pardonnez-moi de ne plus connaître l’ancien jeu des vers
Je ne sais plus rien et j’aime uniquement
Les fleurs à mes yeux redeviennent des flammes
Je médite divinement
Et je souris des êtres que je n’ai pas créés
Mais si le temps venait où l’ombre enfin solide
Se multipliait en réalisant la diversité formelle de mon amour
J’admirerais mon ouvrage

Συγχωρέστε μου την άγνοια
Συγχωρέστε με που δε γνωρίζω πια το πανάρχαιο παιχνίδι των στίχων
Δεν ξέρω τίποτα πια κι ερωτεύομαι μοναδικά
Τα λουλούδια στα μάτια μου ξαναγίνονται φλόγες
Στοχάζομαι θεϊκά
Και γελώ με πράγματα που δεν έχω πλάσει
Μα όταν έρθει o καιρός της στερεάς σκιάς
Θα πολλαπλασιαστεί πραγματωμένη η ποικιλομορφία του έρωτά μου
Θα θαυμάσω το έργο μου

Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

Ερημίτης ερήμην σου
αναστήλωσες την κιβωτό
Σκάλισες ιδεογράμματα στα -αλκοολικά άλλοτε- πανιά

Ο πληθυσμός σου νοερά αταίριαστος
Υπνωτισμένες κινέζες σε παραλλαγές γαλάζιου ανέμιζαν χνώτα
Ξεχασμένοι καβαλάρηδες κυοφορούσαν λείψανα αλόγων
Γοργόνες με διχοτομημένη ουρά δοκίμαζαν γοβάκια
Νάνοι υαλοποιοί γυάλιζαν ασπίδες

Κι εσύ εισπράκτορας λανθάνων
εισέβαλες στη μέθη

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

Ηρώ

Του Τειρεσία ή του Κάλχα ήταν

τα δυσεξήγητα ρητά κι οι προφητείες

που σ' ήθελαν με χάλκινα μαλλιά

στα χείλια μια λεπτή γραμμή μπογιά

και μια ψυχή-εωθινή φωτιά

να προσπερνάς αήττητη τις χώρες των γιγάντων;


ομολογώ,υπήρξες σαγηνευτική

κι ανάμεσα στις φυλλωσιές υπήρξες φως

τυχαίο άγγιγμα χορδής στα δάχτυλα

άρωμα από καπνό κι αιθάλη


μα αυτή η παρεξηγημένη σου σχέση με τη νύχτα...

ο αυτοερωτισμός σου και τα θύματα των λυγμών σου

η μεφιστοφελλική σου εξάρτηση στην φλόγα

και ο άνεμος που έκανε τις σπίθες των ματιών σου πυρκαγιές

εγκυμονούσαν το βαθύτερο κόκκινο

...

λίγο πριν ανοίξει ο ουρανός,φώναξες

"με τι θα μας προικίσει ένα ακόμα φλερτ με τη σημασία του χρόνου?"


κι εγώ νικημένος μέσα στις γλώσσες των καπνών,

ψέλλισα

"επί ματαίω

επί ματαίω

επί ματαίω

μαρτυρήσαμε

σ' αυτούς τους βιαστικούς καιρούς

που ζήσαμε"




Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

Ευτυχία


Photobucket


...θέλω να πω πως εάν έστω αποφεύγαμε

τις αποδοκιμαστικές ματιές των πουλιών,

εάν καταφέρναμε να μαζέψουμε στις τσέπες μας

έστω λίγη γύρη από τα πρώτα λουλούδια της άνοιξης,

εάν ανταλλάζαμε τα σχεδιασμένα βήματα

και τις πυκνές με σύννεφα μέρες μας

με αφορμές για χορούς και ακατάπαυστα λαμπρούς ήλιους

ίσως -λέω ίσως-

να καταφέρναμε το πρώτο έψιλον της Ευτυχίας ...


Σάββατο, 14 Μαΐου 2011

Ταυτίζω τις φορές
-μάτια γάτας πίσω απο μεταλλική πόρτα-
της απουσίας σου
με φλέβες θάλασσας , διάσπαρτες στην πυκνότητα

εκείνες τις νύχτες
με το άσπρο σκοτάδι
που γνωρίζω
τη χημική διεργασία του σώματος
κατευνάζω και θάβω το προσωπό σου

Είσαι το -απόλυτα- ανατομικό παιχνίδι μου

Σάββατο, 2 Απριλίου 2011

Αφηγήθηκα - στα παιδιά μου - χνάρια
Τα έθαβες στο χιόνι , άσπρες κιμωλίες ξέβαφαν το δέρμα σου

Προφήτευες μέρες , παράδρομοι σε νωπή άσφαλτο
Μπερδεμένη σε κλαδιά , σε κρανία-γλάστρες
Τα λουλούδια ξεραμένα τύλιγαν σώματα
Μπλεγένα μέλη κλώνων

Έγινες γιατρός
Έμαθες απο τι πάσχω
ήσουν ήδη νεκρός
Η σιγή :
''Υπάρχω''

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Η ΦΟΥΞΙΑ ΤΣΙΓΓΑΝΑ

ΤΕΛΕΑ, ΕΠΟΠΤΙΚΑ, ΜΥΗΘΕΙΗΣ, ΗΓΕΙΣΘΑΙ, ΡΩΣΘΕΙΣ ΚΑΙ ΑΥΞΗΘΕΙΣ, ΕΞΑΙΦΝΗΣ, ΚΑΤΟΨΕΤΑΙ ΘΕΟΦΙΛΗΣ, ΠΡΟ ΠΑΝΤΟΣ Η ΕΙΚΩΝ ΤΟΥ ΘΕΑΣΘΑΙ
(ΟΜΗΡ. ΥΜΝ. ΔΗΜ. 480 την ευδαιμονία της θέας για τα ελευσίνια μυστήρια)



Κάποτε, στην όραση συμβαίνει η ακαριαία αιωνιότητα της στιγμής, όταν στη θέα κάποιας ακατέργαστης ουσίας, σου τυχαίνει να συλλάβεις το ενιαίο της μορφής και της ιδέας. Τότε, καταργώντας τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ συνείδησης και ασυνειδήτου, μνήμης και παρόντος, μαγεία, αίσθηση, λόγος κι ένστικτο δρουν αδιαχώριστα προσεγγίζοντας την πρωταρχική κατάφαση πάνω στην οποία οικοδομείται η πλάση. Ακυρώνοντας κάθε συναισθηματισμό, το εγώ θυσιάζεται απόλυτα στο βωμό του αντικειμένου, το οποίο με τη μουσική και το χρώμα του, γίνεται σύμβολο που νεύει στο πνεύμα, δίνοντας το έναυσμα στο συνειρμό, στο σκίρτημα της φαντασιακής ορμής, το φύσημα που σηκώνει τρικυμία στον ωκεανό του αίματος. Και είναι αυτή η σύζευξη μορφής και ιδέας που αποτελεί το μόνο κάλλος και οδηγεί στον τέλειο έρωτα - στην πεμπτουσία της ψυχικής τέρψης και λύτρωσης.
Σαν ανθισμένη ροδακινιά που σου δίνει το δικαίωμα του Παραδείσου, πέρα από κάθε κατηγορία σκέψης, κώδικα ή τρόπο έκφρασης που άπτονται της δικής σου βούλησης, η εκστατική στιγμή περνώντας φευγαλέα, σου υποδεικνύει και σε κάνει να νιώθεις τη μόνη σου μοίρα – ως δοξαστικό επιφώνημα για το φως.

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

Θέλω να ασελγήσω σε κάθε κορώνα
Πλασμένη - επι ταύτα - ερημικής τέρψης
Πολυ-αμήχανος Οδυσσέας σε κενό
εκτρέφομαι με τα σωματικά ύγρα σας

Παρασιτώ στα άκρα σας
Ενταφιάζω τη βουλιμία μου
σε στίχους ανορθόγραφους
-με εικονικό μελάνι -

Κολλάω τη γλώσσα μου στον ουρανίσκο
Οι φθόγγοι μου , ανώνυμοι ήχοι
Κροτάλισμα κερμάτων

Σας συλλέγω στο αριστερό μου μάτι
-Ένας μονήρης Κύκλωπας-
Και μηρυκάζω με την τέφρα
που έπλασε τη λέξη

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

Πράξη

Σήμερα έκανα έρωτα με τον εαυτό μου
Αύριο δεν θα κάνω μαζί σου
Χθες αυνανίστηκα

Και έτσι θα κυλήσει η πράξη - δεύτερη
Κλεισμένη σε κουτιά
Στιβαγμένα άτακτα στα χέρια σου
Σε ντύνουν μέχρι τους ώμους
Αναπνέεις σε περιόδους εξαερισμού

Άνοιξες τον απορροφητήρα
Πρόσφερες σπιτικό φαγητό
Τα γεννητικά σου όργανα ξεχασμένα κάτω απο το κρεβάτι
Αγέρωχη εκδηλώνεσαι
Και μαγειρεύεις τα σπλάχνα σου σε φοιτητική τιμή

Ημέρα εσωτερική
Πρόφαση λανθάνουσας φάσης
Οι ζωγραφιές σου κολλημένες στο ξύλο
Εξαναγκάζονται σε πρόωρη σήψη

Μια παρθένα καρφωμένη στο πέτο σου
Το αίμα της αναδεικνύει τον κύκλο σου
Με κάποιες μέρες καθυστέρηση
Φυτεμένες στον κήπο σου
Ανθίζουν μόνο το χειμώνα

Σκάλισες το πάτωμα με τα νύχια σου
Και έκρυψες τα ρούχα σου
Μονοπωλείς πια στην αγορά
Και όλοι αναζητούν την πράξη - τρίτη

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

Το Κλειδί



ξέρεις πως το κλειδί γι' αυτήν την κλειδαριά
ήταν αυτό που ξέχασες σε κάποιο απο 'κείνα
τα χαμηλοτάβανα δωμάτια,τα σκοτεινά
που έβρισκες καταφύγιο τις νύχτες των κατακλυσμών.

για να το ψάξεις πρέπει να ξανακατέβεις
εκείνες τις σιδερένιες σκάλες
τις δίνες , τις καταπακτές,
τα σκουριασμένα σκαλοπάτια τους,
οι ώρες οι αργές,
η φλύαρη βροχή
κι εσύ ανήσυχος μες τις νωπές κουβέντες της
ήσουν που έψαχνες κάποιο σπίρτο που ν' αντέχει την φωτιά
κάποιο ξύλο ανθεκτικό στη φλόγα
-σαν κάποια αθανασία μέσα στην τόση θνητότητα-


κι αυτή η καρμική σου τύχη!

ένα κλειδί να παιζολάμπει, μελίχρυσο φώς
σε μια απόμερη γωνιά στο υγρό τσιμέντο.


κι ήταν εκείνη την στιγμή
που μέσα στην βιασύνη,
στων καρπών σου το τρέμουλο
και στην ευδαιμονία της ακρόασης του "κλίκ"
που άφησες το κλειδί να πέσει από τα χέρια σου...

και τι προβάδισμα που έδωσες ξανά στην δέσμευση.

Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 2011

Καμπαρέ

Photobucket


Στο καμπαρέ ο φωνογράφος δοκίμαζε να σχεδιάσει

το πορτραίτο της Δυστυχίας

με την βελόνα του ν' αργοσαλέυει

βουτηγμένη στο μελάνι που αφήνουν τα μινόρε

πάνω στα πυκνομουτζουρωμένα φύλλα των ψυχών.


από φιλέκδικη πλήξη

πρόσφερε την βοήθεια του ο Σαρλό

-ο φονιάς-

και μ' ένα σαρδόνιο χαμόγελο

πλησίασε το μοναδικό εναπομείναν θύμα του.


Το Παρίσι ήξερε ότι μετρούσε τις τελευταίες ώρες του.


Πριν εξαφανιστεί κι αυτή η νύχτα,

με τα ψηλά τακούνια της

να δίνουν τον ρυθμό της αναπνοής ξανά

σ' όσα βρέφη ξεροκατάπιαν μες τους εναρμόνιους ύπνους τους,

ο ίδιος είχε βρεθεί νεκρός και κρύος

έχοντας κρυμμένη στις τσέπες του αρκετή Δυστυχία

για να θεωρηθεί κλοπή.


(πίνακας "Καμπαρέ" του Albert Kutzelnig)

Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

ΠΟΙΗΣΗ ΚΕΝΗ ΑΠΟ ΠΡΟΣΩΠΑ


Έκσταση και χορός, θάνατος και κατάνυξη για την κοκαλιάρα Αφροδίτη του πεζοδρομίου, την έφηβη αστραπή που φανέρωσε την καταγωγή της συγκίνησης.
Στο ανερμήνευτο των ματιών της, κάποιο σμαραγδένιο δάσος λέει την οδύνη του.
Ωστόσο, θα μείνω απτόητος, χειρούργος λεκτικών σχημάτων, πλοηγός άναρχου πινέλου,
Ποθητός μιας έμπνευσης χυμώδους που τα δίνει όλα για να γίνεται αυτοσκοπός μου.
Μοχθηρό τιτίβισμα, εξομολόγηση μύχιου αυθορμητισμού, σημειολογία του θείου – Μουσική!
Ως κληρονόμος μακραίωνης κάπνας,
Ως ερωμένη ιερών ερειπίων,
Κάποιες φορές, πρέπει να τ’ ομολογείς, πως είναι φθορά το κορίτσι που ψάχνει στον κήπο τ’ απομνημονεύματα ουράνιου τόξου.

Παρασκευή, 4 Φεβρουαρίου 2011

Αγιασμός για την Πριγκίπισσα της Φωτιάς

*
Ιδρωμένη μπουσούλησες ως την κορυφή του ουρανοξύστη, ακούμπησες το χαρτοφύλακα χάμω, έλυσες
τη γραβάτα σου και

Ο βρυχηθμός σου μάταιος, πειθώ καμία.
«Δεν είναι θηλυκό, δεν μοιάζει για γυναίκα!»
                                                            Σε πέρασαν για Κτήνος.
Χρυσοθήρες σου σκάβουν τα σπλάχνα.
«Τίποτα δε λάμπει εδώ, τίποτα δε γυαλίζει!»
                                                            Αποξηραμένος Κρίνος.

Στριμωγμένη σε καλούπια αγιογραφιών, μα όχι αγία. Κρεμάμενη σε χρωματιστά
μανταλάκια σε χορεύει ο άνεμος κι αγύρτες δήμιοι βαρούν
παλαμάκια.
      -Πως βρέθηκες εδώ; Στα τακούνια απάνω – κάτω απ’ το στέμμα.
Κρυμμένη στων ηττημένων το βλέμμα, μα όχι αγία. Περπατημένη σε φιδίσια
σοκάκια σε τραγουδούν βουτυρόπαιδα, άξεστοι και
κοράκια.
      -Πως έπεσαν εδώ; Τα τακούνια χάμω – χάμω και το στέμμα.
Χαραγμένη στων μισθοφόρων την πέτρα, μα και πάλι όχι αγία! Στιγματισμένη – σισύφεια η
τιμωρία – σε λοιδορούν πιστοί και τελώνια «Το κάλλος σου, η
αμαρτία!».
      -Πως έτσι ολόγυμνη εδώ; Τακούνια δίχως – δίχως στέμμα.

Ο σκοτωμός σου άδωρος, πανωλεθρία!
«Αχ, ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν. Πίσω στα γραφεία!»
                                                                      Κόρη του βασιλιά μα Νύφη τίνος;
Το τομάρι σου θάβουν και δε βγάζουνε άχνα.
«                                                                                                     »
                                                                                                          θρήνος.


* Σχέδιο κουστουμιού από τον Leon Bakst για το μπαλέτο "Το πουλί τη Φωτιάς", του Igor Stravinsky, 1910. Το μπαλέτο βασίζεται στην παραδοσιακή Ρώσικη ιστορία του ομώνυμου μαγικού και λαμπερού πουλιού που είναι ταυτόχρονα ευχή και κατάρα για τον κάτοχο/αφέντη του.
Περισσότερα έργα του Leon Bakst : http://www.leon-bakst.com 
Μπαλέτο "Το πουλί της φωτιάς" σε βίντεο: part 1 - part 2 - part 3 - part 4part 5 
Ευχαριστώ τον Θοδωρή Π.

Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

Άννα

Η Άννα ανέβασε τις φτέρνες της στο ξύλινο παγκάκι και πέρασε τα χέρια της γύρω από τα πόδια της. Σαν μια προσπάθεια ν’ αγκαλιάσει τον εαυτό της .Το τσιγάρο στο δεξί της χέρι έμοιαζε να έχει μεγάλη σημασία για αυτήν εκείνη τη στιγμή. Τράβηξε μια θαρραλέα ρουφηξιά και το πέταξε στο υγρό τσιμέντο του λιμανιού. Ένα καράβι είχε μόλις φύγει αφήνοντας ένα αχνό ασημένιο σύννεφο καπνού που τώρα μπερδευόταν με τον καπνό από την τελευταία τζούρα του τσιγάρου. Πρώτη φορά ο Αύγουστος έμοιαζε τόσο ψυχρός μήνας.

Δεν θυμάται πότε ξέχασε να βρίσκει την ομορφιά γύρω της… πολλές φορές σκέφτεται ότι μπορεί να συνέβη ερήμην της. Παλαιότερα θα της φαινόταν αδιανόητο να προτιμάει να κοιτάει τα καλοκαιρινά πλοία που φεύγουν για τα νησιά από το να τα ακολουθεί. Μα τώρα την καταβάλει ένα συναίσθημα βαρύ, ένα φορτίο ασήκωτο που δεν μπορεί να φορτώσει σε κανένα πλοίο χωρίς να το βουλιάξει μαζί της στον πάτο. Μοιάζει σχεδόν αδύνατο το να προσπαθήσει να βρει τρόπους για να ξανακερδίσει λίγη από την παλιά της ξενοιασιά, αθωότητα και αισιοδοξία. Λίγη από την παλιά της ελαφρότητα.

Όταν ήταν μικρή της άρεσε να ψάχνει τους λόγους πίσω από κάθε κίνηση, επιχειρηματολογούσε και διαφωνούσε με τέτοια πυγμή όταν υπερασπιζόταν τις φιλελεύθερες ιδέες της που πολλοί της ‘λέγαν αστειευόμενοι ότι θα γινόταν μια πολύ καλή δικηγόρος. Την ίδια στιγμή όμως εκείνη έσκαγε ένα χαμόγελο που θα ζήλευαν ακόμη και οι ερωτευμένες και απαντούσε πως οι δικηγόροι χρησιμοποιούν τις λέξεις για να μάχονται, εμένα μ’ αρέσει να χορεύω μαζί τους. Κι έκανε μια φιγούρα που θύμιζε τις υποκλίσεις των κλασικών χορευτριών.

Εκείνες οι εποχές μοιάζουν πολύ μακρινές τώρα. Οι τελευταίες βδομάδες της είχαν μαζέψει κάτω απ’ το φουστάνι τους όλες τις παρείσακτες μέρες του χρόνου. Μια Δευτέρα ζαλισμένη από τη νόσο της Κυριακής… μια Τρίτη που έμοιαζε με γκρινιάρα κόρη πλούσιου αστού, μια Τετάρτη ψεύτρα, μια Πέμπτη που το μόνο που έκανε ήταν να ζηλεύει το «Π» της Παρασκευής κι από την άλλη πλευρά μια Παρασκευή πνιγμένη στην ματαιοδοξία ,που ποτέ δεν ένιωσε πραγματικά δυνατή για να αποφασίσει το οτιδήποτε καινούργιο. Το Σάββατο πολλές φορές στάθηκε αντάξιο των περιστάσεων αλλά ένιωθε μόνο του και πάντα το βάραινε μια περίεργη ενοχή για το όνομά του. Η Κυριακή...η Κυριακή δεν ήθελε ποτέ ιδιαίτερες συστάσεις ανάμεσα σε τέτοιες παρέες, η Κυριακή ήταν ο κόμπος στον λαιμό όλων των προηγούμενων. Η Άννα τριγυρνούσε ανάμεσα στα πόδια τους μα ένιωθε πλέον τόσο μικρή και αδύναμη μπροστά τους που το μόνο που έκανε ήταν να τις υπομένει σιωπηλά.

Όπως πολλά προηγούμενα και αυτό το βράδυ οι ρυθμοί της πόλης μέναν σχεδόν απαράλλαχτοι. Εκείνη έμενε εκεί κουλουριασμένη και σκεφτόταν, δεν σταματούσε να σκέφτεται… παλιά πίστευε ότι μια καλή απάντηση κρύβεται πάντα πίσω από έναν καλό προβληματισμό. Τώρα δεν ήταν τόσο σίγουρη… ίσως γιατί με τον καιρό οι προβληματισμοί πλήθαιναν και οι απαντήσεις έφθιναν. Τα ερωτηματικά τώρα έχαναν τις όμορφες μάσκες τους και φαινόταν από κάτω η πεπρωμενική ασχήμια τους.
Τα ερεθίσματα που δέχεται, τα νέα που ακούει, οι άνθρωποι που συναντάει και πρώτη απ όλα η ίδια. Η ίδια στην αρχή κάθε απογοήτευσης η ίδια και στο τέλος …η ίδια νύστα για ζωή. Ο σφυγμός που ελαττώνεται και χάνεται, ο χρόνος και αυτή η ύπουλη βραδύτητα του, η συννεφιά της επίπεδης ζωής και η αδυναμία της ανατροπής. Μήπως χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε ενώπιον πανίσχυρων αντιπάλων? μήπως δεν έπρεπε να έχει τόσο θράσος στα όνειρά της? μήπως τα όρια που βάζουν πολλοί από τους γνωστούς της στις ανησυχίες τους είναι τελικά καταλυτικής σημασίας για την ψυχή? μήπως φέρθηκε επιπόλαια και εκτέθηκε σε λάθος μάτια? μήπως άνοιξε τις πιο λάθος πόρτες μέσα της …και πήδησαν έξω οι πιο δυνατοί εχθροί ? μήπως βρέθηκε πίσω από κελιά που κλείδωσε η ίδια? μήπως παραληρούσε πάλι ?

Ένα ζευγάρι πέρασε από μπροστά της γελώντας δυνατά και την επανέφερε πάλι στον πραγματικό κόσμο, στον ορίζοντα αναπνέανε τα φωτάκια μιας απέναντι όχθης, ο αέρας μύριζε θάλασσα και οι ήχοι της πόλης μπλέκανε τόσο ύπουλα στο τοπίο που σχεδόν ήταν ωραίοι, γραφικοί. Ο έξω κόσμος δεν έδειχνε τόσο προβληματισμένος σκέφτηκε… η φυσική αδιαφορία των καραβιών και της σελήνης, το φώς του φάρου και το παιδί που τρέχει για να προλάβει το λεωφορείο χαμογελώντας στην υπόλοιπη παρέα. Άφησε τον εαυτό της να χαθεί στην απλότητα τους. Έστριψε ένα τσιγάρο και ξεκίνησε να περπατάει. Ένιωσε ένα υπόκωφο κύμα ευφορίας και ανατρίχιασε … κοίταξε χωρίς να το καταλάβει τα πρώτα μάτια που συνάντησε και χαλάρωσε το βήμα της. «Άθραυστοι μέσα στην τόσο εύθραυστη πίστη μας στη ζωή» σκέφτηκε και το σημείωσε στο μπλοκάκι της. «Την επόμενη φορά ίσως να είμαι καλύτερα προετοιμασμένη για το θηρίο» χαμογέλασε και τράβηξε μια χορταστική ρουφηξιά απ’ το τσιγάρο στο δεξί της χέρι.

Κυριακή, 2 Ιανουαρίου 2011

Ο ΔΑΙΜΟΝΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΑΣΤΙΟ


Χρισμένος να τραγουδάς την αύρα δρόμων, βγήκες στο προδομένο ξέφωτο.
Τα λεωφορεία κυλούσαν στην κοιλιά της αιμόφυρτης τραγωδού που βάφτιζε με τους φθόγγους της κεχριμπαρένιες μορφές μες το ιλιγγιώδες μεσημέρι.
Κάποιο απόγευμα πυρωμένο στο εργαστήρι του Ήφαιστου, αναπόλησες αρχέγονες λατρείες. Κι ύστερα νύχτα!
Σε οίκους ανοχής όπου βλέμματα υπαινίσσονταν κοιλάδες του Ευφράτη.
Νύχτα! Λιτανεία σε αβύσσους σκουρόχρωμου μελιού.
Νύχτα! Αίνιγμα στα κιτάπια σχολαστικού στοχαστή.
Βρήκες προσευχές για όλα κι ας σε βασάνισαν.
Ορμή και κάλλος τα δάκρυά σου, καρδιά θαμμένη σε αποτσίγαρα μαριονέτας.
Ορκισμένη στη σάρκα, δίδαξες την άρνηση.