Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Stories_ Just Stories And Nothing More_[Eraserhead]. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Stories_ Just Stories And Nothing More_[Eraserhead]. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Απριλίου 2010

Πάτσι

(Drawing By Zdzislaw Beksinski)

Τέλος._


[Frame]**Ακίνητο κάδρο. Συμπαγές σκοτάδι, στο χρώμα του άνθρακα. Μπουμπουνητό! Το σκοτάδι σπάζει, τσαλακώνεται σαν καβουρδισμένο αλουμινόχαρτο και τρίζει. Ταρακουνιέται, όπως ένας κάδος απορριμμάτων σε δίαιτα μετά από ελεγχόμενη έκρηξη τρομοκρατικής επίθεσης που είχε προαναγγελθεί στην εφημερίδα “Μεγάλες Ευκαιρίες Χωμένες Σε Μικρές Αγγελίες!” . Ψηφιδωτό σκοτάδι, από τρισεκατομμύρια καπνιστά καρβουνάκια. Το πεφταστέρι ανάβει. Σκαρφαλώνει αργά και καρφιτσώνεται στη θέση του, προσεχτικά. Ένα μάτσο από πρότυπες (καθόλου πρωτότυπες δε) ευχές και παραγγελίες, άπληστων πιτσιρικιών, σιροπιαστών ρομαντικών και ερασιτεχνών τζογαδόρων επιστρέφουν στα υγρά –από τα σάλια- χείλη τους. Ο κεραυνός εκσφενδονίζεται απ’ το τσιμέντο, σκαρφαλώνει σαν κισσός τη νύχτα και χώνεται στα κοκκινωπά σύννεφα –μοιάζουν με πυρκαγιά. Όλα βάφονται μπλε για τόσο δα λίγο –λες και πνίγονται σ’ ένα αυτοσχέδιο Blue Hawaiian, φτιαγμένο απ’ έναν κομπογιαννίτη barman, άθλιο στις συμβουλές που έχουν να κάνουν με γκόμενες, που το παράκανε με το Blue Curacao. Οι καμπουριασμένες λάμπες του πεζοδρομίου τρεμοπαίζουν ναζιάρικα, σαν πόρνες σε πιάτσα μια νύχτα με αναδουλειά κι ανάβουν όπως και τα σκονισμένα κιτς φωτιστικά στα σπίτια κάποιων ξενύχτηδων ή φοβητσιάρηδων. Το ρεύμα γυρνά στις ηλεκτρικές συσκευές ανάβοντας τα λαμπάκια τους. Μερικές τηλεοράσεις ξυπνούν στο telemarketing φωτίζοντας τους λιωμένους τηλεθεατές που κοιμούνται στη γούβα του –γεμάτου από τσιγαρότρυπες- καναπέ. Τα σύγχρονα όργανα γυμναστικής λιγουρεύονται τις μπυροκοιλιές και τα σωσίβια των αποκοιμισμένων τηλεθεατών και τους τηλεφωνούν για να τους πάρουν σε προσφορά και να τους κάνουν φέτες.
    Νερά, σκαρφαλώνουν τα μπουκωμένα φρεάτια και ξαναμπαίνουν στα στραβά αυλάκια του δρόμου. Αργά, είτε πηδούν σε σωλήνες και σέρνονται προς τις ταράτσες είτε ανεβαίνουν μικρές ανηφόρες. Η Γερτρούδη περπατά με την όπισθεν. Το νερό πλατσουρίζει κάτω από τη μπλε γαλότσα της, το πόδι σηκώνεται και κινείται προς τα πίσω. Ύστερα το άλλο πόδι κάνει ένα βήμα πίσω κοκ. Η ζελατίνα από βρωμόνερο που τυλίγει την άσφαλτο ανατριχιάζει. Χιλιάδες μικρές τρίχες νερού ανασηκώνονται, ξεκολλάνε απ' το έδαφος και φτερουγίζουν ψηλά στο σκοτάδι. Γρήγορα μια ολόκληρη βροχή ανεβαίνει προς τον ουρανό σταγόνα-σταγόνα. Ο δρόμος στεγνώνει λίγο-λίγο. Μερικές στάλες βροχής βγαίνουν απ' το βαμβακερό γιακά της Γερτρούδης, αναρριχώνται στο λεπτό λαιμό της, φιλάνε απαλά το μάγουλο της κι αφού της γαργαλήσουν τ’ αυτί πηδάνε και στοιχίζονται με τις υπόλοιπες για να επιστρέψουν στα πυρακτωμένα σύννεφα.

## #_# ###__# Χιόνια // Παράσιτα _##_#_###______#

[Frame]**Ακίνητο κάδρο. Η Γερτρούδη στέκεται όρθια μπροστά στο παντζούρι. Πίσω της ένας στενός διάδρομος κόκκινων πατημασιών από ξεραμένο αίμα. Το πόδι της σηκώνεται. Πατάει μια στραπατσαρισμένη, μουσταρδί γόπα στο πάτωμα με τη γαλότσα της. Σβουρίζει τη μύτη του ποδιού της. Το σηκώνει. Το τσιγάρο κυλινδρικό κι αναμμένο, τώρα. Πετάγεται απ’ το πάτωμα και στέκεται ανάμεσα στα δάχτυλά της. Μια τζούρα καπνός μπαίνει ,αργά, απ’ τις λεπτές σχισμές του παντζουριού. Ανοίγει το στόμα της. Ο καπνός μπαίνει σιγά- σιγά μέσα και κατεβαίνει στα πνευμόνια της. Η Γερτρούδη βάζει το τσιγάρο στο στόμα της ενώ μέσα στα πνευμόνια της ελάχιστα milligram πίσσας και νικοτίνης ξεκολλάνε απ’ τα τοιχώματα κι ενώνονται με τον καπνό που ανεβαίνει προς το στόμα. Η Γερτρούδη ξεφυσά και το τσιγάρο στο στόμα της μακραίνει μερικά χιλιοστά. Μικρά κομματάκια στάχτης ενώνονται στο πάτωμα. Το κομμάτι στάχτης πετά απ’ το πάτωμα. Η Γερτρούδη τινάζει το τσιγάρο κάτω-πάνω κι η στάχτη κολλά στην καύτρα του τσιγάρου. Αραιά πέπλα καπνού κατεβαίνουν απ’ το ταβάνι και γίνονται ξεχειλωμένα στεφάνια. Στενεύουν σε μικρούς κύκλους κι ένας-ένας μπαίνουν στο στόμα της Γερτρούδης. Ο καπνός κατεβαίνει στα πνευμόνια της. Η Γερτρούδη βάζει το τσιγάρο στο στόμα της ενώ μέσα στα πνευμόνια της ελάχιστα milligram πίσσας και νικοτίνης ξεκολλάνε απ’ τα τοιχώματα κι ενώνονται με τον καπνό που ανεβαίνει προς το στόμα. Η Γερτρούδη ξεφυσά και το τσιγάρο στο στόμα της μακραίνει μερικά χιλιοστά. Το τσιγάρο είναι ολόκληρο, τώρα. Πλησιάζει τον αναπτήρα της στην καύτρα του τσιγάρου. Τον ανάβει. Η καύτρα σβήνει. Βάζει το τσιγάρο στο πακέτο μαζί με τα υπόλοιπα.
    Βήματα προς τα πίσω. Πατά ακριβώς πάνω στα κόκκινα αποτυπώματα που έχουν αφήσει οι σόλες της. Το αίμα υγραίνει και κολλά στη σόλα της. Κάθε φορά που σηκώνει το πόδι της μια πατημασιά σβήνει. Πίσω βήματα. Φτάνει στο υπνοδωμάτιο με την πλάτη στο κρεβάτι. Γυρνά 180 μοίρες. Το δωμάτιο γεμάτο αίμα. Το αίμα αρχίζει να κινείται. Μικρά κόκκινα ρυάκια σκαρφαλώνουν το κρεβάτι. Κυλούν ανάποδα στο κορμί του Στέφανου. Φτάνουν στο κεφάλι του. Ο λάκκος στο λαιμό του αδειάζει σταγόνα-σταγόνα απ’ το αίμα που σέρνεται προς το μέτωπό του. Το αίμα μπαίνει στο κεφάλι του απ’ τις δύο συμμετρικές τρύπες -μια στο μέτωπο και μια στο πίσω μέρος του κρανίου του. Ζεστά κομμάτια του μυαλού του είναι κολλημένα στον, γαριασμένο απ' τη νικοτίνη, τοίχο πίσω του. Τα σεντόνια ασπρίζουν σιγά-σιγά όσο το αίμα τρέχει προς τις δύο οπές στο κεφάλι του Στέφανου. Το περίστροφο τινάσσεται απ' το έδαφος και χώνεται στ' αριστερό χέρι της Γερτρούδης. Τα μαλακά κομμάτια μυαλού, μαζί με μπόλικο αίμα, αποκολλούνται απ’ τον τοίχο και συμπιέζονται σε μια χοντρή γραμμή (σα μακρουλή σεφταλιά) στον αέρα. Η σφαίρα ξεσφηνώνεται απ’ τον τοίχο. Κομμάτια σοβά σηκώνονται απ’ το έδαφος και κλείνουν την τρύπα στον τοίχο. Η σφαίρα ανακατεύεται με τη ζεστή, μαλακιά κι ελαστική γραμμή από εγκεφαλικό κρέας. Η γραμμή χώνεται στο κεφάλι του Στέφανου απ' την τρύπα που βρίσκεται στο πίσω μέρος του κρανίου του. Ένα κομμάτι με μια στρώση κρέας, μια στρώση δέρμα και μπόλικες μικρές τρίχες έρχεται κι εφαρμόζει πλήρως στην οπή του κρανίου και την κλείνει. Το μυαλό τοποθετείται ταχύτατα στη θέση του. Η καρδιά του Στέφανού χτυπά. Η σφαίρα βγαίνει, ανάποδα, απ’ την τρύπα στο μέτωπό του μαζί με λίγο δέρμα που κλείνει κι αυτή την οπή. Η καρδιά του χτυπά ξέφρενα. Μπουμπ! Ακούγεται ο πυροβολισμός. Η σφαίρα γυρνά αστραπιαία στην κάνη του περίστροφου μαζί με καπνό και σπίθες. Μπαίνει με φόρα πίσω στο μύλο που γυρνά αριστερόστροφα μια θέση. Η Γερτρούδη αφήνει τη σκανδάλη. Τα μάτια του Στέφανου ανοίγουν.
-Εμείς… Ποτέ. Απαντά γλυκά ο Στέφανος.
-Τελευταία φορά. Πάτσι; Του φωνάζει η Γερτρούδη, με τις φλέβες της να πάλλονται πεταγμένες σαν ανάγλυφα σχέδια στο λευκό της δέρμα.

## #_# ###__# Χιόνια // Παράσιτα _##_#_###______#

[Frame]**Ακίνητο κάδρο. Η Γερτρούδη κάθεται απέναντι στον καθρέφτη άψογα μακιγιαρισμένη. Οι κόρες των ματιών της σε συστολή. Σκύβει. Η μύτη της ακουμπά ελαφρά το ξύλινο πάγκο. Μικροί άσπροι κόκκοι πέφτουν απ’ τη μύτη της. Σχηματίζει μια λεπτή γραμμή από κόκα. Σηκώνεται. Οι κόρες των ματιών της ελαφρά μεγαλωμένες. Πιάνει το κραγιόν. Το πλησιάζει στα χείλη της. Το ακουμπά απαλά πάνω τους. Το κάνει έναν κύκλο. Το σκούρο μπλε φεύγει κι αφήνει τη θέση του στο φυσικό αχνό ροζ. Η μύτη του κραγιόν μακραίνει ελάχιστα. Παίρνει το παχύ πινέλο. Το παίζει στα μάγουλά της και το ρουζ φεύγει αργά. Με το μικρό μολύβι διαγράφει το περίγραμμα των ματιών της. Η έντονη μαύρη γραμμή χάνεται και το περίγραμμα των ματιών της μικραίνει.

## #_# ###__# Χιόνια // Παράσιτα _##_#_###______#

[Frame]**Ακίνητο κάδρο. Κλίνη νοσοκομείου. Η Γερτρούδη ξαπλωμένη. Μια ισχνή υγρή γραμμή ξεκινά απ’ το αριστερό της μάτι και καταλήγει σ’ ένα δάκρυ. Η αλμυρή γραμμή γυρνά σα λάστιχο πίσω στο μάτι της. Στέκεται εκεί. Το μάτι στεγνώνει αργά. Ένας νεογέννητος μπόμπιρας κλαίει στο διπλανό θάλαμο. Ο γιατρός πλησιάζει με την πλάτη προς το μέρος της. Γυρνάει προς εκείνη. Το κεφάλι του είναι κατεβασμένο. Το σηκώνει. «Η ψυχολόγος μας θα σας βοηθήσει να συνέλθετε απ’ το σοκ.» καταλήγει και μια γερή δόση σάλιου, ανεβαίνει μ’ ένα γδούπο απ’ το λάρυγγά του κι επιστρέφει στο στόμα του για ν’ απορροφηθεί από τους σιελογόνους αδένες του. «Λυπάμαι» λέει με μια δόση απογοήτευσης. «Κάναμε ό,τι ήταν δυνατόν.» λέει με σιγουριά. «Ευτυχώς δεν υπάρχουν βλάβες στη μήτρα. Θα μπορέσετε να κυοφορήσετε κανονικά και πάλι.» προσθέτει με μια δόση απαισιοδοξίας. «Το παιδί χάθηκε, δυστυχώς!» απαντά ο γιατρός. «Πείτε μου γιατρέ!?» ρωτάει η Γερτρούδη με αγωνία. Ο γιατρός απομακρύνεται με την όπισθεν, κάνοντας γοργά πίσω βήματα. Τα μάτια της Γερτρούδης κλείνουν αργά. Αποκοιμιέται.
    Στο διπλανό θάλαμο ο μπόμπιρας σταματά να κλαίει. Τον κρατά ο γυναικολόγος. Ένα μικρό κομμάτι ομφάλιου λώρου κρέμεται στην κοιλιά του. Το κομμάτι τεντώνεται κι ενώνεται με το υπόλοιπο κομμάτι που ξεκινά απ’ τη μάνα του. Η μαία ανοιγοκλείνει το ψαλίδι κι ομφάλιος λώρος ενώνεται. Ο γυναικολόγος πλησιάζει τα ανοιχτά πόδια της μάνας. Με προσοχή, σπρώχνει αργά το μπόμπιρα πίσω στο ξεχειλωμένο μουνί της μάνας του. Το κεφάλι του ίσα που φαίνεται. «Σπρώξε» φωνάζει στη μάνα, «Να! αρχίζει και βγαίνει!».

## #_# ###__# Χιόνια // Παράσιτα _##_#_###______#

[Frame]**Ακίνητο κάδρο. Η Γερτρούδη κουλουριασμένη στο πάτωμα. Το κορμί της έχει μελανιές και γρατζουνιές. Το πρόσωπό της είναι γεμάτο παχύρευστα χύσια που βρωμοκοπούν μπαγιάτικο ψάρι. Ανάμεσα στα πόδια της μια μικρή λίμνη από αίμα και κολπικά υγρά. Μικρές σταγόνες αρχίζουν και πετάγονται απ’ την κόκκινη λιμνούλα και μπαίνουν στο ξεσκισμένο, τριχωτό μουνί της. Η Γερτρούδη εκτινάσσεται απ’ το πάτωμα. Τα μαλλιά της μπλέκονται στο χέρι του Στέφανου. Το άλλο του χέρι χτυπά στο πρόσωπό της και φεύγει με περισσότερη φόρα. Η μελανιά στο μάγουλό της εξαφανίζεται. Τα πηχτά χύσια ξεκολλάνε απ’ τη φάτσα της. Πετάγονται άτσαλα. Χώνονται στο μικρό στοματάκι του κατακόκκινου πουτσοκέφαλου του Στέφανου. Κάτω- πάνω ο Στέφανος παίζει το καυλί του. Σπαρταράει. Όλα τα χύσια έχουν ξαναμπεί μέσα. Σηκώνει τη Γερτρούδη κι αυτή γυρνά και κολλά με τη μάπα στον τοίχο. Βάζει τον πούτσο του μέσα της. Βγαίνει και μπαίνει με λύσσα. Σπρώχνει με όση δύναμη έχει. Σπαρταράει κι εκείνη. Το μουνί της στεγνώνει όσο μπαινοβγαίνει μέσα της καυλωμένος όλο και με λιγότερη δύναμη.
- Εμείς ποτέ!! Του ουρλιάζει καυλωμένη και οργισμένη η Γερτρούδη!
- Πάτσι; Τη ρωτά με το που τον μπήγει ανάμεσα στα μουνόχειλά της.
Βγάζει το πουλί του έξω. Το μουνί της, τελείως, στεγνό Ανεβάζει γρήγορα την κιλότα της. Κουμπώνει το παντελόνι του. Την αφήνει. Γυρνά και τον κοιτά. Γελάει.
-Τι να γαμήσεις ρε ε; Με γαμούν πολύ καλύτερα! Του φωνάζει ειρωνικά.
-Ήρθα για γαμησάκι! Λέει ψύχραιμα ο Στέφανος και πλησιάζει.
-Πως βρέθηκες εδώ; Ουρλιάζει ξαφνιασμένη η Γερτρούδη.
Κοιτάζει το Στέφανο με έκπληξη. Με την όπισθεν επιστρέφει στο μπάνιο. Ανοίγει τον κάδο. Ένα τεστ εγκυμοσύνης βγαίνει μέσα απ’ τα κωλόχαρτα με τα σκατά και πάει στο χέρι της. Το κοιτά. Χαμογελά. Η κόκκινη γραμμή που σημαίνει «έγκυος» αρχίζει και χάνεται αργά. Σοβαρεύει. Πατάει το καζανάκι. Νερά βγαίνουν από μέσα μαζί με λίγο σκούρο κάτουρο. Κάθεται στη λεκάνη. Βάζει το τεστ από κάτω της. Το κάτουρο βγαίνει απ’ το νερό και σχηματίζει μια λεπτή γραμμή. Μπαίνει, γρήγορα, στην ουρήθρα της.

## #_# ###__# Χιόνια // Παράσιτα _##_#_###______#

[Frame]**Ακίνητο κάδρο. Ο Στέφανος και η Γερτρούδη αγκαλιασμένοι. Ο Στέφανος την αφήνει. Είναι λουσμένος από ένα αυτοσχέδιο αυτοσχέδιο Blue Hawaiian, φτιαγμένο απ’ τον κομπογιαννίτη barman, άθλιο στις συμβουλές που έχουν να κάνουν με γκόμενες, που το παράκανε με το Blue Curacao.
-Εμείς ποτέ! Απαντά χαμογελώντας με μια δόση τσαχπινιάς ,στην άκρη των χειλιών της, η Γερτρούδη!
-Πάτσι; Τη ρωτά με το ,μουσκεμένο από Blue Curacao, σηκωμένο φρύδι του ο Στέφανος.
Το ποτό, μαζί με το θρυμματισμένο πάγο, φεύγει από πάνω του κι επιστρέφει στο φανταχτερό ποτήρι της Γερτρούδης. Ο Στέφανος απομακρύνεται με πίσω βήματα. Το βινύλιο στο πικ-απ γυρίζει ανάποδα. Η βελόνα γρατζουνά το δίσκο που γυρνά με την αντίθετη φορά.


Ο Στέφανος φτάνει στο bar και κάθεται. Βάζει το ποτήρι με το whiskey στο στόμα. Δυο γουλιές χύνονται απ’ το στόμα του στο ποτήρι. Η στάθμη του whiskey ανεβαίνει δυο εκατοστά.
-Νομίζω πως είναι καλύτερα να της μιλήσεις! Του λέει, βέβαιος, ο κομπογιαννίτης barman.
-Τι λες εσύ; Ρωτά ο Στέφανος.
Ο κομπογιαννίτης barman πλησιάζει το πικ-απ. Σηκώνει τη βελόνα. Βγάζει το “Empty Spaces” των Pink Floyd και το βάζει στη θήκη του. Επιστρέφει προς τον Στέφανο.
-Pink Floyd σίγουρα! Επικροτεί ο Στέφανος.
-Δε σε βλέπω καλά. Θα βάλω Pink Floyd που γουστάρεις, μπας και κλείσω και νωρίς απόψε. Προτείνει ο κομπογιαννίτης barman στο φίλο του.
Το whiskey πετάγεται απ’ το ποτήρι και μπαίνει πίσω στο μπουκάλι. Ο κομπογιαννίτης barman παίρνει το ποτήρι. «Το δικό μου!» λέει ο Στέφανος στο κομπογιαννίτη barman. Σηκώνεται και με πίσω βήματα πάει προς την πόρτα του bar. Δεν περίμενε να την ξαναδεί μετά από όλα αυτά. Με έκπληξη βλέπει πως είναι κι η Γερτρούδη στο bar. Ρίχνει μια ματιά τριγύρω. Η πόρτα πίσω του ανοίγει μόνη της. Με πίσω βήματα βγαίνει έξω. Η ταμπέλα αναβοσβήνει ενοχλητικά “Comfortably Numb Bar and only Bar”.

## #_# ###__# Χιόνια // Παράσιτα _##_#_###______#

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2010

ΝΤΙΝ!


("Telephone 3",painting by Konstantin Prozorovsky )

Ντιν!

Ο ήχος ξεπηδά, αυτόματα απ’ το μηχάνημα, μόλις κοζάρει την κάρτα του. Ντιν! Ένα σύντομο, ηλεκτρονικό και τυπικότατο Ντιν! Λες και το μηχάνημα είναι σε αγγαρεία από έναν ακόμη λοχία που θέλει να κάνει το νεοφερμένο σαργό, κόκκινο μπαρμπουνάκι. Ντιν! Χώνεται κατευθείαν στη δαιδαλώδη είσοδο που οδηγεί στο ετοιμόρροπο τύμπανο που φυλάει στ’ αριστερό του αυτί. Το παίζει άτσαλα, μέχρι να τρυπήσει ενοχλημένο και μπήγεται στο ζεστό κρέας του μπαγιάτικου εγκεφάλου του. Ντιν! Σαν το καμπανάκι πριν από έναν ακόμα γύρο ανάμεσα σε δυο αθάνατους παλαιστές, παλιούς ρήτορες σαπισμένων αυτοκρατοριών, μπουκωμένων με κρεατίνη, ενός στημένου αγώνα wrestle, σ’ ένα show που θα τελειώσει όταν όλοι αλλάξουν κανάλι. Ντιν! Τρυπάει τον εγκέφαλό του. Σίγουρα αυτός που το σκέφτηκε θα έχει I.Q. με δείκτη υψηλότερο του Χρηματιστηρίου Αθηνών στα μέσα των 90’s, λίγο πριν σκάσουν οι σαπουνόφουσκες και πέσουν από μέσα, στο βυθό των σαμπουάν 2 σε 1, όλες οι πολυτέλειες που δεν πραγματοποιήθηκαν εκείνο το βράδυ. Μάλλον, θα υπάρχουν και μερικά κιλά μάρμαρο, σκαλισμένα με το ζόρι, στη μουτσούνα του μεγάλου αυτού εφευρέτη, σε κάποια πλατεία που συχνάζουν μικροτσούτσουνοι επιδειξίες, ώστε να ξέρουν που να χέζουν τα περιστέρια. Ένα «μπράβο» κι ένα επιφώνημα δέους για τον άνθρωπο που σκέφτηκε το μηχάνημα για να χτυπιέται η κάρτα και να καταγράφεται αυτόματα η ώρα προσέλευσης! Ντιν! Ο εγκέφαλος του, κουνιέται σαν κουδούνι που χτυπά στο προαύλιο ενός δημόσιου σχολείου τραυλίζοντας "Τέρμα το διάλειμμα τα κεφάλια μέσα!". Ντιν! Καλησπερίζει την κάρτα κι όχι τον ίδιο. Αυτό είναι σίγουρο. Τώρα πέφτει με δύναμη στο τύμπανό του δεξιού του αυτιού. Το σπάει εξουθενωμένο. Δραπετεύει ψιθυρίζοντας: "Πάλι εδώ; Μπράβο μαλάκα! Στην ώρα σου. Θα σημειωθεί. Θα χαρεί η διοίκηση! Πολύ θα το χαρεί. Θα ληφθεί υπόψη. Όλα λαμβάνονται υπόψη. Καλή δουλειά μαλάκακο. Θα σου ρουφήξουμε το αίμα κακομοίρη. Γρήγορα στη δουλειά. Τσακίσου!" κι εξατμίζεται αφήνοντάς τον τσακισμένο, σαν ένα ακόμα χαμένο δελτίο ΚΙΝΟ. Χάνεται τόσο γρήγορα που αμφιβάλλει αν το άκουσε καν. Η πόρτα ανοίγει. Περνά μέσα. Βάζει την κάρτα στο πορτοφόλι. Χώνει το πορτοφόλι στην κωλότσεπη. Μπαίνει στο ασανσέρ. Πατά το νούμερο 4. Φτάνει. Η χαλασμένη κασέτα ειδοποιεί: "Πρώτος όροφος! Ντιν". Πάλι. Πάλι Ντιν! Τον ακολουθεί παντού σα σήμα από GPS καταγράφοντας την προσχεδιασμένη πορεία του. Ντιν! "Είσαι ακόμα εδώ!"Ντιν!
Γαμημένο Ντιν!

Κάθεται βιαστικά στην καρέκλα. Φοράει ακουστικά και μικρόφωνο. Ανοίγει τον υπολογιστή. Φτάνει ο διευθυντής του τμήματος με τους δύο επιτηρητές. Στέκεται στο κέντρο της αίθουσας. Φωνάζει ενώ το δύσμορφο διάφραγμά του, γκρινιάζει σα χαλασμένο αμορτισέρ. Λες κι ένα φλέγμα είναι κολλημένο στο ξεραμένο λαρύγγι του δίνοντάς του μια γουρουνιά στη φωνή :
 
«Μην ξεκινήσει κανείς Χρρ Χρρ . Να σας πω δυο λογάκια πρώτα! Τέλος οι μαλακίες! Το καταλάβατε να ούμε; Ε; Αν όχι θα σας το κάνουμε λιανά να ούμε Χρρ Χρρ. Εδώ είναι δουλειά όχι καφενείο να ούμε. Όσοι νομίζουν πως εδώ είναι σχολείο κάνουν λάθος Χρρ Χρρ. Εδώ είναι δουλειά! Επειδή μερικοί εξυπνάκηδες τεμπελιάζουν, από σήμερα θα εφαρμοστεί το νέο σύστημα Χρρ Χρρ. Τα τηλέφωνα θα πέφτουν αυτόματα! Δε θα τα παίρνετε εσείς Χρρ Χρρ. Γιατί μερικοί αργούν να πάρουν και χάνουμε χρόνο! Ο χρόνος είναι χρήμα! Τώρα να σας δω Χρ Χρρ. Ανάσα δε θα πάρετε. Δεν είναι δικαιολογία το ότι είστε όλοι φοιτητές. Εδώ θα γίνετε επαγγελματίες! Θα χώσουμε τη χερούκλα μας μέσα και θα βγάλουμε κάθε τι παιδικό και μετά με νυστέρι και τσιμπήδα θα σας μπουκώσουμε επαγγελματισμό Χρρ Χρ. Λοιπόν, σήμερα ο στόχος είναι 5 πωλήσεις το άτομο. Δε θα φύγει κανείς αν δε γίνουν. Χέστηκα τι ώρα σχολάτε. Αν δε γίνουν θα μείνετε εδώ μέχρι τα μεσάνυχτα. Ξεκινάμε!Χρρ Χρρ» είπε κι έφυγε καυλωμένος με όλα αυτά που είπε και ικανοποιημένος που τα αποστήθισε και δε χρειάστηκε να βγάλει σκονάκι προδίδοντας την πρεσβυωπία του.
 
 Σιωπή. Δεν ακούγεται τίποτα. Λίγα δευτερόλεπτα μετά οι κλήσεις αρχίζουν να πέφτουν. Οι επιτηρητές αρχίζουν να φωνάζουν: "Πάμε να κάνουμε 100 πωλήσεις. Έλα ζωηρά. Μιλάμε στους πελάτες. Επιθετικοί να είστε. Πείστε τους! Πάμε. Όλοι να μιλάμε!" Δε σταματούν ποτέ. Φωνάζουν.
 
Κλήση πρώτη:
Το τηλέφωνο χτυπά. Ντιν, Ντιν, Ντιν.
-Παρακαλώ;
-Καλησπέρα σας. Ονομάζομαι Νικόλας Καπουράνος και σας καλώ από τη Saxo-phone για μια ενημέρωση σχετικά με τα νέα μας οικονομικά προγράμματα για την ομιλία σας! Επικοινωνία για όλους , απεριόριστη επικοινωνία και για σας είναι η φιλοσοφία μας! Τι εταιρία χρησιμοποιείτε εσείς;
-Ρε φίλε δε μας χέζεις; Σάλτα και γαμήσου μας έχετε πρήξει!
Χντουπ! Του κλείνει το τηλέφωνο στα μούτρα σα σιδερογροθιά!

Δεύτερη κλήση:
Καλεί. Ντιν, Ντιν, Ντιν, Ντιν. Απαντά τηλεφωνητής:
-Απουσιάζουμε. Παρακαλώ, αφήστε το μήνυμά σας και θα σας …
Το κλείνει βιαστικά πριν προλάβει να ακουστεί ο χαρακτηριστικός ήχος. Το μόνο που του έλειπε ήταν ένα ακόμα Ντιν.
Τα τηλέφωνα πέφτουν το ένα μετά το άλλο. Το νέο σύστημα είναι άγριο. Δε προλαβαίνει να αναπνεύσει. Οι επιτηρητές ουρλιάζουν απαιτώντας κι άλλες πωλήσεις. Τα ουρλιαχτά τους είναι σα γαυγίσματα αδέσποτων σκυλιών που τσακώνονται για ένα μασημένο κόκαλο. Οι κλήσεις φεύγουν με τεράστια ταχύτητα. Η μια πίσω από την άλλη χώνονται στα υπόγεια καλώδια, θερμαίνουν το χαλκό κι ένα Ντιν θα ακουστεί χιλιόμετρα μακριά. Πόσα λόγια μεταφέρονται άραγε σ' αυτά τα καλώδια; Να υπάρχουν άνθρωποι που ζουν εκεί χάμω και κρυφακούνε. Αν γινόταν κάποιος σεισμός και κοβόντουσαν, όλες αυτές οι συζητήσεις θα ξεχύνονταν στους δρόμους. Τηλέφωνα που χτυπούν παντού.

Πέμπτη κλήση:
Καλεί. Ντιν, Ντιν, Ντιν.
-Ναι!
-Καλησπέρα σας. Ονομάζομαι Νικόλας Καπουράνος και σας καλώ από τη Saxo-phone για μια ενημέρωση σχετικά με τα νέα μας οικονομικά προγράμματα για την ομιλία σας! Επικοινωνία για όλους , απεριόριστη επικοινωνία και για σας είναι η φιλοσοφία μας! Τι εταιρία χρησιμοποιείτε εσείς;
-Ρε άντε και γαμήσου γαμημένε! Μας ξυπνάς για τις μαλακίες σας μας έχετε πρήξει. Έλεος όλο μας τρώτε τα λεφτά. Θα το κόψω το τηλέφωνο και θα στο βάλω στον κώλο!
Χντούπ! Το κλείνει.

Τα τηλέφωνα κλείνουν στη μάπα του Νικόλα το ένα μετά το άλλο. Σα γροθιές του παραμορφώνουν το πρόσωπο που προσπαθεί να παραμείνει συναρμολογημένο. Λες κι είναι δεμένος χειροπόδαρα και τον μαστιγώνουν με τηλεφωνικά καλώδια.

Έβδομη κλήση:
Το τηλέφωνο χτυπά. Ντιν, Ντιν, Ντιν.
-Εμπρός!
-Καλησπέρα σας. Ονομάζομαι Νικόλας Καπουράνος και σας καλώ από τη Saxo-phone για μια ενημέρωση σχετικά με τα νέα μας οικονομικά προγράμματα για την ομιλία σας! Επικοινωνία για όλους , απεριόριστη επικοινωνία και για σας είναι η φιλοσοφία μας! Τι εταιρία χρησιμοποιείτε εσείς;
-Παιδάκι μου καλό εγώ είμαι γιαγιάκα δεν καταλαβαίνω. Να ‘σαι καλά που με πήρες τηλέφωνο, αλλά εγώ δε ξέρω απ' αυτά. Είμαι 90 χρονών. Ευχαριστώ που με πήρες. Είμαι μόνη μου εδώ. Τα παιδιά μου δε με παίρνουν τηλέφωνο. Κανείς δε με παίρνει. Να κλαίω τώρα. Πουλάκι μου άρρωστη γυναίκα είμαι, να πεθάνω θέλω μόνο.

Οι επιτηρητές ουρλιάζουν : «Έχουμε μείνει πίσω. Για να κάνουμε πωλήσεις! Μόνο ο Πουλάκης κάνει πωλήσεις. Ακούστε τον να πάρετε ιδέες! Έλα για πάμε! Καπουράνο είσαι πάτος ρε! Κάνε καμιά πώληση! Άντε! Πωλήσεις. Πιέστε τους πελάτες. Δεν ξέρουν από αυτά, πείστε τους.» Ο Πουλάκης εδώ και μήνες είναι ο καλύτερος πωλητής. Παίρνει όλα τα bonus. Είναι πολύ καλός στα ψέματα. Δε λέει όλη την αλήθεια στους πελάτες, για να τους πείσει. Είναι κι η εκνευριστικά δυνατή φωνή του που τους τρελαίνει. Συμφωνούν σε όλα, μάλλον, για να τον κάνουν να σκάσει. Έχει μεγάλη εμπειρία στις τηλεφωνικές πωλήσεις. Το πρωί πουλά πιστωτικές κάρτες μέσω τηλεφώνου και μετά πουλά τηλεφωνικά προγράμματα εδώ στη Saxo-Phone. Το βράδυ αν δε γυρνά σπίτι του σίγουρα θα δουλεύει και σε εταιρία με ροζ τηλέφωνα.

25η κλήση:
Καλεί. Ντιν, Ντιν, Ντιν.
-Λέγεται παρακαλώ;
-Καλησπέρα σας. Ονομάζομαι Νικόλας Καπουράνος και σας καλώ από τη Saxo-phone για μια ενημέρωση σχετικά με τα νέα μας οικονομικά προγράμματα για την ομιλία σας! Επικοινωνία για όλους , απεριόριστη επικοινωνία και για σας είναι η φιλοσοφία μας! Τι εταιρία χρησιμοποιείτε εσείς;
-Εμείς χρησιμοποιούμε para-phone και είμαστε ικανοποιημένοι. Έχετε να μας προτείνεται κάτι καλύτερο;
-Μα φυσικά! Το νέο μας πρόγραμμα είναι ασυναγώνιστο! Με 120 ευρώ το μήνα μπορείτε να έχετε απεριόριστα τηλέφωνα σε όλα τα σταθερά της χώρας, 130 ώρες για να μιλάτε σε κινητά τηλέφωνα, απεριόριστα τηλέφωνα σε 98 χώρες μεταξύ των οποίων η Μαδαγασκάρη και η Ακτή Ελεφαντοστού, internet με ταχύτητα 3,4871 Mbps, τηλεόραση μέσω internet με 234 κανάλια μεταξύ των οποίων το Animals Universe, Christianism and How To use it TV, Gossip & Gossip channel, Trash Television over the universe, Kama sutra hot t.v., Offside channel και φυσικά θα έχετε 30% έκπτωση για κλήσεις στη Σελήνη όταν μπουν οι γραμμές μας!
-Με κοροϊδεύεται κύριε; Ποια Σελήνη; Σας παρακαλώ; Αν πήρατε για να κάνετε πλάκα πήρατε λάθος! Να 'στε καλά δε θα πάρουμε.

Με το που το έκλεισε η κυρία, στο μικρόφωνό του Νικόλα ακούστηκε η υπάλληλος ελέγχου ποιότητας ενημέρωσης: "Κύριε Καπουράνε για συνέλθετε! Νομίζω έχετε ενημερωθεί και εκπαιδευτεί στα οικονομικά μας προγράμματα. Διαβάστε λίγο και τα σενάρια επικοινωνίας! Δε θα λέτε το πρόγραμμα καθαρά. Θα το λέτε γρήγορα κι ακαταλαβίστικα. Κι αυτό με τη Σελήνη είναι για παρανοϊκούς συνδρομητές. Μη το λέτε σε όλους. Να επιμένετε ότι τους συμφέρει! Δεν είστε αρκετά επιθετικός. Θα σας ακούω. Δεν έχετε καθόλου καλή ποιότητα ενημέρωσης. Να προσέχετε. Κινδυνεύετε."
Ο Νικόλας αγχώνεται. Είναι μέρες που δεν τα πάει καλά. Παρακολουθούν συνέχεια τις κλήσεις του και του βρίσκουν λάθη. Κοιτά το παράθυρο. Αρχίζει να νυχτώνει. Κοιτά τις γρατζουνιές στους καρπούς του.

41η κλήση:
Καλεί. Δεν ακούγεται το Ντιν παρά ένα τραγούδι. Ο συνδρομητής έχει ενεργοποιήσει την υπηρεσία song call:"Ο πονοκέφαλος με ψήνει και εσύ είσαι η ασπιρίνη!" έρχεται το κομμάτι κατευθείαν απ' τα μπουζούκια στ' αυτιά του. Χρειαζόταν μια ασπιρίνη είναι η αλήθεια.
-Πρόντο;;
-Καλησπέρα σας. Ονομάζομαι Νικόλας Καπουράνος και σας καλώ από τη Saxo-phone για μια ενημέρωση σχετικά με τα νέα μας οικονομικά προγράμματα για την ομιλία σας! Επικοινωνία για όλους , απεριόριστη επικοινωνία και για σας είναι η φιλοσοφία μας! Τι εταιρία χρησιμοποιείτε εσείς;

- Χαχα. Μάλιστα. Φίλε μου ευχαριστώ αλλά δεν ενδιαφέρομαι!
-Μα δε σας είπα ακόμα την προσφορά.
-Δεν πειράζει. Δε με νοιάζουν οι προσφορές σας. Άσε με τώρα και την είχα βρει εδώ με το γκομενάκι μου. Σε παρακαλώ. Κάνε μας τη χάρη.
Χντουπ! Με τ' ακουστικά να είναι μόνιμα στο κεφάλι του, δε μπορεί ν' αποφύγει τους αλλεπάλληλους κρότους που σκάνε απ' τα τηλέφωνα που του κλείνουν κατάμουτρα. Μα ποιος σκέφτηκε αυτό το βασανιστήριο. Το νέο σύστημα είναι απάνθρωπο.

79η κλήση:
Καλεί. Ντιν, Ντιν, Ντιν.
-Ναι;
-Καλησπέρα σας. Ονομάζομαι Νικόλας Καπουράνος και σας καλώ από τη Saxo-phone για μια ενημέρωση σχετικά με τα νέα μας οικονομικά προγράμματα για την ομιλία σας! Επικοινωνία για όλους , απεριόριστη επικοινωνία και για σας είναι η φιλοσοφία μας! Τι εταιρία χρησιμοποιείτε εσείς;

-Που βρήκατε το τηλέφωνό μου κύριε; Δώστε μου τα στοιχεία σας παρακαλώ. Αν είναι δυνατόν! Με έχετε πάρει 100 φορές σε μια βδομάδα. Τα στοιχεία σας τώρα.
-Νικόλαος Καπουράνος, λέγομαι.
-Ωραία το γράφω. Πείτε μου και την εταιρία σας παρακαλώ.
-Saxo-Phone.
-Ετοιμαστείτε για μηνύσεις!

121η κλήση:
Ακούγεται μουσική. Άλλο ένα song call.  Είναι το “The end” των Doors. Δε το σηκώνει κανείς. Το αφήνει. Ακούει τη μουσική.

"This is the end
Beautiful friend
This is the end
My only friend, the end"

Ακούει. Του αρέσει. Κοιτά τη νύχτα στο παράθυρο. Κοιτά γύρω του. Όλοι μιλούν αγχωμένοι. Έχουν ιδρώσει σχεδόν. Άλλοι λένε ψέματα, άλλοι φωνάζουν, άλλοι τσακώνονται με πελάτες, άλλοι αρπάζονται με τους επιτηρητές, άλλοι κλαίνε. Ο Πουλάκης σηκώνεται συνεχώς και σημειώνει πωλήσεις στο πινακάκι που καταγράφονται υπό το χειροκρότημα των επιτηρητών. Ίσως να έμπαινε κάποιος που είχε το θάρρος και να καθάριζε μερικούς. Ίσως να λογικεύονταν και να καταλάβαιναν πως δεν είναι δουλειά αυτή. Όλα είναι παρανοϊκά. Χιλιάδες φωνές. Χιλιάδες άνθρωποι με τους οποίους είχε επικοινωνήσει όλο αυτό τον καιρό χωρίς να τους ξέρει καν. Απίστευτες ιστορίες, πρωτότυπες βρισιές, τρελοί, κάφροι, μοναχικοί γέροι, νευριασμένοι, φοβισμένοι, φλύαροι. Με πόσο κόσμο είχε μιλήσει άραγε; Ίσως να είχε συναντηθεί με κάποιους τυχαία στο μετρό ή σε κάποιο bar. Κι όλα αυτά αρχίζουν να μπερδεύονται με το κομμάτι των Doors  που τελειώνει σιγά σιγά.
………


"It hurts to set you free
But you'll never follow me
The end of laughter and soft lies
The end of nights we tried to die"

Βγάζει τ’ ακουστικά. Όλα μπερδεύονται. Ακούει μόνο ένα βουητό. Μια μουρμουρά. Μια τεράστια μουρμούρα με όλα όσα ακούγονται γύρω του, με όλα όσα έχουν ακουστεί. Ένα βουητό που μεγαλώνει σαν πυρκαγιά και καίει τα πάντα. Μια κόκκινη φωτιά γεμάτη με τις φωνές όλων όσων έχει μιλήσει απ' αυτό το τηλέφωνο. Ένα μποτιλιάρισμα φωνών με τη δική του ανακατεμένη μαζί να λέει: "Καλησπέρα σας. Ονομάζομαι Νικόλας Καπουράνος και σας καλώ από τη Saxo-phone για μια ενημέρωση σχετικά με τα νέα μας οικονομικά προγράμματα για την ομιλία σας! Επικοινωνία για όλους , απεριόριστη επικοινωνία και για σας είναι η φιλοσοφία μας! Τι εταιρία χρησιμοποιείτε εσείς;"

 Είναι το μόνο που έχει πει. Δε θυμάται να έχει πει ποτέ κάτι άλλο. Η μουρμούρα τον τυλίγει. Από το πεσμένο ακουστικό ακούγεται η φωνή της υπαλλήλου ποιότητος να τον βρίζει που καθόταν κι άκουγε το song call όλη αυτή την ώρα ενώ δεν το σήκωνε ο συνδρομητής. Όλο αυτό το τεράστιο σύννεφο από γκρίνιες ,μουρμουρητά και βρισιές μπαίνει απ' το αριστερό του αυτί στον εγκέφαλό του. Παίρνει μια βαθιά ανάσα. Χαμογελά. Τρέχει. Πηδά. Σκάει πάνω στο τζάμι με τον ώμο του. Το τζάμι θρυμματίζεται αργά. Μερικά κομμάτια γυαλί μπήγονται στο δέρμα του. Παρασέρνει μαζί του και μερικά καλώδια τηλεφώνων που μπλέχτηκαν στο κορμί του. Πέφτει αργά. Πέφτει και τους τέσσερις ορόφους. Βλέπει τα φώτα της πόλης τη νύχτα να πέφτουν μαζί του μέχρι που σβήνουν. Είναι αργά. Έχει πάει 11.00 η ώρα. Ήταν να σχολάσει εδώ και δυο ώρες. Καλύτερα που έφυγε έτσι. Με ένα δυνατό Γδούπο στο τσιμέντο αντί με Ντιν! Με το γαμημένο Ντιν!

Σκοτάδι! Ο γιατρός είναι σαφής: "Κυρία Καπουράνου ο γιός σας ζει από θαύμα! Δε θα μπορέσει ωστόσο να δει ποτέ ξανά, ούτε να κουνηθεί. Έπεσε από τέσσερις ορόφους. Είναι νέος και ίσως έρθει στην καλύτερη δυνατή κατάσταση σύντομα. Λυπάμαι." Ο γιατρός τέλειωσε κι άκουσε τη μάνα του να βγάζει ένα σιγανό σπαραγμό και μετά: Ντιν____________Ντιν___________________Ντιν____________________Ντιν_Ντιν___________
Ντιν! Ένα σύντομο, ηλεκτρονικό και τυπικότατο Ντιν! Λες και το μηχάνημα είναι σε αγγαρεία. Ντιν! Σαν το καμπανάκι πριν από έναν ακόμα γύρο ανάμεσα σε δυο θνητούς παλαιστές. Το καρδιογράφημα του χτυπά κάθε λίγα δευτερόλεπτα. Ντιν! Λέει. Μπαίνει απ' το αριστερό του αυτί δυνατά κι φεύγει ψιθυρίζοντας απ' το δεξί: Ντιν!"Είσαι ακόμη εδώ;" Ντιν!"Πάλι εδώ μαλάκα μου;". Σε κάθε Ντιν ακούει πόσο αηδιαστικά ζωντανός είναι.

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

Μάσκαρα

 
(painting by Peter Howson)

0 κιλά. Ανεβαίνει. 94.4 κιλά. Κατεβαίνει. 0 κιλά. Ανεβαίνει ξανά. 94.4 κιλά. Παίρνει ανάσα. 94.460 κιλά. Εκπνοή. 94.4 κιλά. Κατεβαίνει. Κάνει δυο βήματα πίσω. Ρουφάει μπόλικο αέρα. Μ’ ένα σάλτο σκάει πάνω της. Ο μετρητής κάνει μια ξέφρενη γύρα απ’ το μηδέν ως το μηδέν . Η ζυγαριά διαλύεται. Τα ελατήρια πετάγονται σα σπασμένες αρτηρίες απ’ τα σωθικά της.

Είναι γυμνή. Στέκεται μπροστά στον καθρέφτη. Κοιτάζει την περιφέρεια της. «Πως στο γαμημένο διάολο βρέθηκα εδώ μέσα;». Χαϊδεύει τις καμπύλες της απαλά. Με τα δάχτυλά της χαρτογραφεί τις ραγάδες στους γλουτούς της, γι’ άλλη μια φορά. Φτάνει σε νέους ανεξερεύνητους προορισμούς. Μοιάζουν με στραπατσαρισμένα πασχαλινά αυγά, από εκείνο το Πάσχα που έτρεχε βιαστικά και δεν έφτασε ποτέ. Πώς να πιάσεις μια γιορτή που κουνιέται; Οι ραγάδες, σα χείλια σκασμένα απ’ το κρύο, δείχνουν έτοιμες να ξεράσουν πηχτό λίπος. 8:15 το πρωί. Ετοιμάζεται γρήγορα. Τσιγάρο, δόντια, πλύσιμο και κατούρημα. Δένεται με το λεπτό της κορσέ. Σφηνώνεται στο ταγέρ της. Η ώρα περνά. Γαμημένη ώρα. Στάσου λίγο. Αργά τώρα. Ήρεμα... Πιάνει τη μάσκαρα. Τη βουτά απαλά να πνιγεί στο μαύρο χρώμα. Σιγά- σιγά. Χαϊδεύει απαλά τις βλεφαρίδες της. Κάνει τσουλήθρα στο σημείο που κάνουν καμπύλη. Κουρνιάζει εκεί. Τυλίγεται με τις βλεφαρίδες της. Σκεπάζεται μ’ αυτές. Κλείνει τα μάτια. Τ' ανοίγει και τώρα μάλιστα! «Τα ματόκλαδά μου λάμπουν βρε, σα τα λούλουδα του κάμπου!», ψιθυρίζει και χαμογελά. Πάνε χρόνια που της έκαναν τούτο το κομπλιμέντο. Το μόνο που ‘χει. Το κέρδισε μ’ ένα πετάρισμα των ματιών της και το φύλαξε εκεί, να το βλέπει κάθε που ανοιγοκλείνει τα μάτια της. Ώρα για γραφείο.

Κάθεται στην καρέκλα της. Δε βολεύεται. Η ρυθμιζόμενη πλάτη, της καρέκλας την απορυθμίζει. 8 χρόνια δε βολεύεται. Φτάνει η κυρία Αθηνά Γεωργίου.
-Καλημέρα Δόμνα.
-Καλημέρα κυρία Γεωργίου.
-Τι κάνεις; Πως είσαι;
-Καλά εσείς;
-Μια χαρά. Τι έχουμε σήμερα;
-Ο κύριος Παπαδάτος κάλεσε για τα στατιστικά, meeting στις 12:15 και ραντεβού με την κυρία Σαραντάρη στις 14:00.
-Μάλιστα. Στείλε μου όλα τα τηλέφωνα μέσα. Α! Σήμερα έχουμε γιορτή. Γιορτάζουμε στην αίθουσα εκδηλώσεων για την Τσικνοπέμπτη. Θα είναι όλη η εταιρία εκεί. Έχω παραγγείλει μια στολή να μου φέρουν. Θα έρθεις;
-Δεν ξέρω κυρία Γεωργίου. Ξέρετε..
-Δεν ακούω λέξη! Σε περιμένω μασκαρεμένη. Αδυνάτισες κιόλας ε;
-Αν το λέτε εσείς..

Βαριέται. Δεν έχει δουλειά, σήμερα. Κοιτά απ' το τζάμι, την κυρία Γεωργίου. Φορά μπλε σκούρο ταγέρ, με άσπρο πουκάμισο και δυο όμορφα, χρυσά σκουλαρίκια κρέμονται στ’ αυτιά της. Κάνει πως γράφει στον υπολογιστή κάθε φορά που σηκώνει το βλέμμα της η κυρία Γεωργίου. Ανοίγει τον explorer. Πληκτρολογεί www.φατσοβιβλίο.gr . Μπαίνει στο προφίλ της. Κοιτά τη φωτογραφία της. Είναι μια με τα μάτια της μόνο. Έχει 45 friends. Όλοι συνάδελφοι. Με μερικούς δε λέει καν «καλημέρα». Κανένα friend request. Τίποτα νέο. Ξανακοιτά το προφίλ της. Status: single , Age: 34, Sex orientation: straight. Μπαίνει στο profile της κυρίας Γεωργίου. Κοιτά τις φωτογραφίες της μια-μια. Καμιά καινούρια. Κλείνει τον explorer. Κοιτά, απ' το τζάμι του γραφείου της, στο διάδρομο. Κουστούμια με γραβάτες και ζελέ κάνουν βόλτες ανάμεσα σε ταγέρ με τακούνια και λακ. Όλοι φορούν την ίδια στολή. Καλημερίζονται στον ίδιο τόνο. Ακολουθούν το εταιρικό πρωτόκολλο επικοινωνίας, αυτόματα. Η πόρτα χτυπά. Έφτασε η στολή της κυρίας Γεωργίου. Τι θα ντυνόταν άραγε; Αποκλείεται να πάει στο party. Ίσως να έκανε μια προσπάθεια με τους γονείς της. Σηκώνει τ' ακουστικό. Σχηματίζει τον αριθμό. Το σηκώνει η μάνα της.
-Παρακαλώ; Ποιος είναι;
-Καλημέρα μαμά. Τι κάνεις;
Χντουπ! Της το ‘κλεισε στα μούτρα. Δεν πειράζει. Μια μέρα θα καταλάβει. Βασικά, δε θα καταλάβει ποτέ. Δε γαμιέται, ίσως το τσικνο-party να ήταν καλύτερο απ’ ότι φαινόταν.

Ντύνεται καλόγρια. Καλή επιλογή. Τα μαύρα ριχτά είναι πολύ καλή λύση. Τέλεια κρυψώνα.Πιάνει τη μάσκαρα. Τη βουτά απαλά να πνιγεί στο μαύρο χρώμα. Σιγά- σιγά. Χαϊδεύει απαλά τις βλεφαρίδες της. Κάνει τσουλήθρα στο σημείο που κάνουν καμπύλη. Κουρνιάζει εκεί. Τυλίγεται με τις βλεφαρίδες της. Σκεπάζεται μ’ αυτές. Κλείνει τα μάτια. Τ' ανοίγει και τώρα μάλιστα!
Φτάνει νωρίς. Όλοι έχουν φτάσει νωρίς. Σα να βιάζονται να τελειώσει. Είναι όλοι εκεί. Δεν αναγνωρίζει σχεδόν κανέναν. Καουμπόηδες, Marilyn Monroe, αρχαίοι Έλληνες, μεξικάνοι, πουτάνες, Dalton, mickey mouse, ρεμπέτες, παλιάτσοι, άντρες ντυμένοι γυναίκες και γυναίκες ντυμένες άντρες, αστυνόμοι, στρουμφάκια, γουρούνια, Οβελίξ, Σάτυροι, εξωγήινοι, disco-girls, πειρατές και σούπερ ήρωες. Η κυρία Γεωργίου έχει ντυθεί άντρας και το έχει κάνει πιο πετυχημένα απ’ όλους. Έβαλε και ψεύτικο μουστάκι. «Για να μη κομπλάρετε που έχετε γυναίκα αφεντικό», λέει στους συναδέλφους που καλοβλέπουν τη θέση της, χαριτολογώντας. Το πάρτυ κυλά ξενέρωτα. Ήρεμη μουσική, τυπικοί διάλογοι, μεταχειρισμένα αστεία, προβαρισμένες εκπλήξεις, δειλά συγχαρίκια, κιτς κομπλιμέντα και μαλακίες γενικότερα.
Περνούν δυο ώρες περίπου, έτσι. Η Δόμνα φοβάται πως έχει ντυθεί αόρατη αφού δε συμετέχει,  σχεδόν, σε κανένα πηγαδάκι. Τότε συμβαίνει. Η ευκολοχώνευτη μουσική σταματά. Απ' τα μεγάφωνα αρχίζει να χύνεται κλαρίνο. Ύστερα ντύνεται με τη φωνή της Δόμνας Σαμίου.

"Να μουν-νύ μωρ έ- να μουν-νύ να μουν νύχτα στο γιαλό
να ανά ψω-λύ μωρέ να ανά ψω-λύ, να ανάψω λύχνο για να δω,
θεια μου-Νι μωρέ θεια μου-Νι, θεια μου Νικολάκαινα,
θεια μου Νικολάκαινα να μην πας για λάχανα."

Όλοι απορούν και γελούν. Αρώματα γεμίζουν το χώρο. Το κλαρίνο τυλίγει τα κορμιά των μασκαράδων. Σιγα- σιγά αρχίζουν να λικνίζονται, σα φίδια, στο ρυθμό του. Μια περιέργη τσίκνα τυλίγει σαν ομίχλη την αίθουσα. Μια τσίκνα αλλούτινη. Τσίκνα, όχι μόνο από καρβουνιασμένο κρέας, αλλά κι από πυρακτωμένα μουνιά έτοιμα να εκραγούν, σουβλερά καβλιά που σφυρίζουν σα χύτρες, χείλια που λιώνουν σαν κεριά κανέλας, ρώγες που εκτοξεύονται σαν τορπίλες και κωλομέρια που τρίβονται σαν πιπέρι. Το τραγούδι συνεχίζει.
 
"Πού-τσα να μωρέ πού-τσα να, πού τς ανάβουν τσι φωτιές
πού τς ανάβουν τσι φωτιές και πηδάνε οι μικρές;
Στου αρχι-δια μωρέ στου αρχι-δια, στου αρχιδιάκου την αυλή,
στου αρχιδιάκου την αυλή μαζευτήκανε πολλοί.
Γάμος-ε μωρέ γάμος-ε γάμος εγινότανε,
γάμος εγινότανε κάποιος παντρευόντανε"


Οι λέξεις ξεβρακώνονται. Όλοι χορεύουν. Πίανονται. Πιάνονται παντού. Η κυρία Γεωργίου διστάζει χαμογελώντας. Το κρασί αλλάζει γεύση. Γεύση από πρησμένες ρώγες- γεμάτες λάγνα ερωτόλογα- πατημένες από παράνομους εραστές, λίγο πριν τους κανουν τσακωτούς στα πράσα και τους σφάξουν γυμνούς, παλαιωμένο για 150 αιώνες στο στόμα του Διόνυσου πριν το αφήσει γι' αλλους 30 αιώνες και μια νύχτα στο μπούστο της Κίρκης. Λούζονται, με κρασί. Μπουγελώνει ο ένας τον άλλο. Η Δόμνα δε κουνιέται. Κάθεται στη γωνία. Η στολή της βαριά. 8 χρόνια σ' αυτή την εταιρία. 8 χρόνια στέκεται ακίνητη. Αόρατη. 8 χρόνια σφηνωμένη σ’ ένα γαμημένο ταγέρ, κάθεται στην καριόλα καρέκλα με τη ρυθμιζόμενη πλάτη και παρ' όλα αυτά καμπουριάζει.
Προχωρά. Ανεβαίνει σε κάτι σαν υπερυψωμένη εξέδρα. Αφήνεται στο τραγούδι. Ακούει το κλαρίνο. Το ανασαίνει. Το ακουμπά στα χείλη της. Την τσουρουφλίζει σα ρεύμα. Υψηλή τάση. Ανατριχίλες. Ρήγη. Σκίζει τα ρούχα της. Είναι γυμνή. Χτυπιέται. Λυσομανάει. Χορεύει. Χοροπηδά. Τα βυζιά της πάνε πάνω- κάτω. Ιδρώνει. Καυλώνει. Ταρακουνιέται πέρα- δώθε χωρίς ρυθμό. Λούζεται με κρασί. Τινάζει τα μαλλια της. Κυλιέται στο πάτωμα. Χορεύει. Αγκαλιάζει το κλαρίνο. Τρίβεται στο πάτωμα. Στέλνει φιλιά σε όλους. Κάνει νάζια. Τσαχπινιές. Κλείνει τα μάτια. Τυλίγεται στις βλεφαρίδες τις και σβουρίζει!
"Κι όλοι χυ- μωρέ κι όλοι χυ- , όλοι χύναν το κρασί
κι όλοι χύναν το κρασί, στου αρχιδιάκου την αυλή"

Το τραγούδι τελειώνει. Δε το καταλαβαίνει αμέσως. Σταματά. Σηκώνει το πρόσωπό της. Ξεσκεπάζεται απ' τις βλεφαρίδες της. Τρέμει. Ανοίγει τα μάτια της. Είναι γυμνή. Στέκεται μπροστά σε 60 περίπου ζευγάρια καθρέφτες. Κοιτάζει την περιφέρεια της. «Πως στο γαμημένο διάολο βρέθηκα εδώ μέσα;». Χαϊδεύει τις καμπύλες της απαλά. Με τα δάχτυλά της χαρτογραφεί τις ραγάδες στους γλουτούς της, γι’ άλλη μια φορά. Φτάνει σε νέους ανεξερεύνητους προορισμούς. Οι ραγάδες εξαπλώνονται. Αγκαλιάζουν πόδια,μέση και κοιλιά. Όλοι είναι αμήχανοι. Την κοιτούν. Μπήγουν τα γέλια. Φωνές: "Κοίτα το μπάζο! Χαχα Μέθυσε η χοντρή!"#"Δεν μας τα πες αυτά Δόοομνα..."#"Τέρας!"
Οι ραγάδες προχωρούν. Φτάνουν στις γάμπες και στο στήθος. Της πετούν πλαστικά ποτήρια με κρασί και κόκκαλα από παϊδάκια. Η κυριά Γεωργίου τρέχει. Ανεβαίνει κοντά της. Την πλησιάζει. Τη σκεπάζει με μια κουβέρτα. Την παίρνει κάτω μαζι της. Την πάει στην τουαλέτα.
"Τι κάνεις κοπέλα μου; Είσαι καλά;" Τη ρωτά σοκαρισμένη.
"Μια χαρά είμαι!" Απαντά νευρικά. Σκάει στα γέλια. Γελά σαν τρελή. Νευρικό γέλιο.
"Τι γελάς κοπέλα μου; Έχεις μεθύσει; Είσαι σοβαρή; Τι εικόνα είναι αυτή;" Απορεί η κυρία Γεωργίου.
Οι ραγάδες τυλίγουν ολόκληρο το κορμί της. Η Δόμνα σηκώνεται. Πετά την κουβέρτα. Κορμί ραγισμένο. Τρέμει. Έτοιμη να σπάσει. Γελά.
"Ναι κυρία Γεωργίου, είμαι μεθυσμένη! Γελάω! Επιτέλους γελάω! Ξέρετε, σας πάει αυτό το μουστάκι! Γελάω. Το πρωί σας είπα ψέματα. Κάθε μέρα λέω ψέματα. Δεν είναι καλή η μέρα ούτε εγώ είμαι καλά. Εσείς;" Σταματά να γελά. Ακουμπά το μικρό δάχτυλο στο κάτω χείλος της.
"Λες ασυναρτησίες. Όλοι τα λέμε αυτά κι ας μην τα εννοούμε απαραίτητα. Έλα να σε πάει κάποιος σπίτι." Απαντά απορημένη, η κυρία Γεωργίου.
Η Δόμνα κοιτά την κυρία Γεωργίου. Την αρπάζει. Τη φιλά στο στόμα απαλά.
Η κυρία Γεωργίου τη χαστουκίζει.Σκουπίζει το στόμα της. Φτύνει κάτω και μετά φτύνει τη Δόμνα. "Α χάσου!" Λέει έτοιμη να τσιρίξει.
"Είμαι ερωτευμένη μαζί σας."Σιωπή.
"Μη σε ξαναδώ. Εξαφανίσου." Λέει και φεύγει έτοιμη να δακρύσει, τρέμοντας.
Η Δόμνα μένει εκεί, στα πλακάκια του μπάνιου. Γελά και κλαίει μαζί. Η μάσκαρα αρχίζει να τρέχει. Τρέχει απ' τα μάτια της. Σχηματίζει μικρά, μαύρα ρυάκια. Διασχίζει το κορμί της, πέφτει στα πλακάκια του μπάνιου και μετά χάνεται στο σιφώνι. Η Δόμνα μένει εκεί. Κουρνιάζει. Ολόγυμνη.


Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010

TOYK 120



   Διασχίζει το στενό. Περπατά με άνεση και χάρη πάνω στις γόβες της. Ψηλοτάκουνες, κόκκινες γόβες στιλέτο. Μυρίζει σάπιο κρέας. Μερικές φωνές έχουν ξεμείνει στον άνεμο:
“Εδώ το καλό ντόπιο κρέας!”. Γυμνές κούκλες στις βιτρίνες. Ξεπούλημα και φέτος. Τα τακούνια τσιμπούν την κρούστα του τσιμέντου. Κρούστα από ξεραμένο αίμα, κάτουρο αδέσποτων, μουσταρδί γόπες, καμένο λάστιχο και χλέπες. Περπατά σταθερά. Τα στιλέτα στις φτέρνες της ραγίζουν την κρούστα. Τη σπάζουν σαν τσόφλι αυγού. Γεμίζει ρωγμές και φτύνει ψίθυρους στο σκοτάδι “Τουκ – Τουκ”. Μια ουρά από ψίθυρους πίσω της. Το σκάνε απ' τις ρωγμές της κρούστας, σκάνε με δύναμη στους λεπρούς σοβάδες και πίνουν Azax γλιστρώντας στ’ αόρατα τζάμια. Σε κάθε χτύπημα δυναμώνουν “ΤΟΥΚ – ΤΟΥΚ”. Πάνε από τοίχο σε τοίχο. Μόλις φτάσουν στην Αθηνάς είναι κραυγές που πεθαίνουν ουρλιάζοντας στις ρόδες των αμαξιών “Τουκ-Τουκ-Τουκ…”.
   Φτάνει στη γωνιά της. Σταματά. Τα “Τουκ” που ξέμειναν πίσω της αυτοκτονούν ένα-ένα “Tουκ 120- Τουκ 119”. Πέφτει χιονόνερο. Λίγα κορίτσια. Οι περισσότερες μαύρες. Δε φαίνονται καν. Μόνο τα μάτια τους, σαν στολίδια που κρέμονται στη νύχτα. "Τουκ 110-Τουκ 109" η μυρωδιά απ’ τη Βαρβάκειο ακόμα έντονη. Ανάβει τσιγάρο. Ένα ακόμα Lucky Strike. Λες να ‘ναι το τυχερό; Πίνει δυο τζούρες. Τις φτύνει μαζί. Παιχνιδίζουν στο σκοτάδι σα χαλασμένα φαντάσματα "Τουκ 100-Τουκ 99". Φεύγουν ψηλά. Χάνονται. Άλλη μια τζούρα. Τη φυσά σα μηδενικό. Την ακολουθεί ψηλά. Τη βλέπει να διαλύεται μπροστά στα παράθυρα "Τουκ 87-Τουκ 86". Στολίδια. Μια περίεργη έκθεση. Λες και τα παράθυρα των πολυκατοικιών είναι πίνακες. Πίνακες με στολισμένα καράβια και δέντρα. Καράβια που ταξιδεύουν άγονη γραμμή. Πατάρι – παράθυρο μια τo χρόνο. Λαμπάκια πολύχρωμα. Κακόγουστη έκθεση "Τουκ 65- Τουκ 64". Ίσως και τα δεντράκια να 'ναι στολισμένα απ’ την πλευρά του παραθύρου κι απ’ την άλλη να ‘ναι γυμνά. Άλλη μια τζούρα να φουλάρουν τα πνευμόνια "Τουκ 57". Όλοι βιάζονται να φύγει ο γαμιόλης. Ένας ήχος χύνεται πηχτός απ τα λαμπάκια που τρεμοσβήνουν. Χριστουγεννιάτικα σουξέ ανακατεύονται με το τζάμπα μουρμουρητό που φτάνει απ' το Σύνταγμα "Τουκ 40-Τουκ 39". Κι άλλη τζούρα. Το τσιγάρο τελειώνει. Το πετά σε μια μικρή γούβα γεμάτη λασπόνερο. Πνίγεται. Οι μικρές ψιχάλες μεγαλώνουν. Αστράφτει "Τουκ 30". Βλέπει τη φάτσα της να καθρεφτίζεται σε μια σταγόνα. Αυτή πέφτει στο δρόμο και σπάει σε μικρότερες στάλες. Τώρα το πρόσωπό της έχει σπάσει σε δεκάδες μικρές στάλες. Κυλούν. Ενώνονται με το μικρό ρυάκι από λασπόνερο και πέφτουν στον υπόνομο "Τουκ 19- Τουκ 18". Ανοίγει το τσαντάκι της. Βγάζει μικρό καθρεφτάκι και κόκκινο κραγιόν. Χαϊδεύει τα χείλια της. Τώρα μάλιστα. Είναι κι η αφεντιά της στολισμένη "Τουκ 7". Τα φώτα στα παράθυρα σβήνουν. Απόλυτο σκοτάδι "Τουκ 4 -Τουκ 3". “Καλή χρονιά” ψιθυρίζει. Ένα πυροτέχνημα σκάει στον ουρανό "Τουκ 2-Τουκ 1". Κόκκινες ανταύγειες παντού. Τα φώτα ανάβουν. Πάει ο παλιός ο χρόνος.
   Όλα φώτισαν και πάλι. Εκτός απ' τη γωνιά της. Πανηγυρισμοί ακούγονται από παντού. Οι φελλοί απ’ τις φτηνές σαμπάνιες εκτοξεύονται. Οι αφροί χύνονται. Κομπλιμέντα τσουγκρίζουν κι ευχές στραπατσάρονται. Καρμπόν sms ταξιδεύουν. Χάνονται. Στριμώχνονται στο ψηφιακό μποτιλιάρισμα. Κανένας πελάτης ακόμα.
   Οι μουσικές δυναμώνουν μαζί με τη βροχή. Ένα αμάξι πλησιάζει. Επιτέλους! Τα φώτα τσαλακώνουν τη σκιά στα μάτια της. Σταματά μπροστά της. Το φιμέ τζάμι κατεβαίνει αργά. Πλησιάζει κουνώντας τους γλουτούς της σα ξεχαρβαλωμένη μαριονέτα. Σουφρώνει τα χείλη. Σκύβει στο τζάμι. Το κορμί της σχηματίζει ορθή γωνιά προσφέροντας πλήρη θέα στα στήθια της. Μέσα δυο φουσκωτοί. Ο οδηγός κοιτά μπροστά. Ο συνοδηγός την κόβει από πάνω ως κάτω.
    -Καλή χρονιά δεσποινίς ή μήπως κυρία; Σκάει στα γέλια.
    - Τσου. Πουτανίτσα είμαι αγόρια αλλά κι ό,τι άλλο γουστάρετε!
    - Που είναι οι φιλενάδες σου μωρή καργιόλα; Τελευταία ξέμεινες μωρή σαβούρα;
Κατεβάζει το μπλουζάκι της και δείχνει τα στήθια της. Ο οδηγός τα γραπώνει και τα ζουλά.
“Για κάνε μια στροφή να σε δούμε!” της λέει κοφτά και πατά την κόρνα. Πάει μπροστά στ’ αμάξι, γλιστράει στο καπό και χαϊδεύεται. Επιστρέφει στον οδηγό.
    -Λοιπόν; Σας σηκώθηκε ή ακόμα;
    -Και των πεθαμένων θα σηκωνόταν καύλα. Πως σε είπαμε;
    - Μπλάνς. Αλλά δε γαμιέμαι με δύο μαζί. Ένας - ένας αν θέλετε.
    -Έχεις και προτιμήσεις καργιολάκι. Χαχα! Δεν πρόκειται για 'μάς. Αλλά θα πληρωθείς καλά.



   Τα τακούνια κοιτάνε το ταβάνι. Όλοι θέλουν να σε γαμάνε με τις γόβες. Έτσι κι αυτός. Ένας τριχωτός πενηντάρης τη γαμούσε. Η κοιλιά του την πλακώνει. Η ανάσα του βρωμά. Είναι ντυμένος Άγιος Βασίλης. Της είχε δώσει να φορά μια στέκα με κερατάκια ταράνδου. Η Μπλανς μετρά αντίστροφα "Τουκ 100-Τουκ 99". Της ζητά να του πει βρωμόλογα και της δίνει χαστουκάκια."Τουκ 80" "Γάμα με Άγιε Βασίλη!". "Δώσε μου το δώρο μου Άγιε Βασίλη". "Τι μεγάλο δώρο που μου ‘φερες Άγιε Βασίλη"."Τουκ 65" "Ήμουν κακό κορίτσι Άγιε Βασίλη!". "Μπες στην καμινάδα μου Άγιε Βασίλη". "Έχει πάρει φωτιά το τζάκι Άγιε Βασίλη!!"."Τουκ 43- Τουκ 42". Αυτό ήταν.Λιγότερο απ' ότι περίμενε. Ο χοντρός χύνει φωνάζοντας "ΧΟ ΧΟ ΧΟ".
   Βγάζει απ' το πορτοφόλι του 100 ευρώ και της τα δίνει. Η Μπλανς βλέπει το γεμάτο πορτοφόλι καθώς ντύνεται και σκουπίζει τα χύσια του από πάνω της. Εκείνος ακουμπά το πορτοφόλι στο κομοδήνο κι αρχίζει να δένει τα κορδόνια του. Η Μπλανς κοιτά μια εκείνον και μια το πορτοφόλι. Μια το μάυρο δέρμα που ασφυκτιά απ' τα χαρτονομίσματα και μια τις μουσκεμένες τρίχες που πετάγονται απ’ τον καβάλο του. Βγάζει την κόκκινη γόβα της. Τον πλησιάζει. Του την καρφώνει με δύναμη στο κεφάλι. Μια κηλίδα αίμα αρχίζει να στάζει και να μουσκεύει τη λευκή γενειάδα που φορούσε. Αρπάζει το πορτοφόλι. Φεύγει βιαστικά.

   Ο νέος χρόνος ξημερώνει. Κατεβαίνει τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου φορώντας το ένα τακούνι της. Οι δρόμοι γεμάτοι από κάθε κάστα. Μεθυσμένοι πιτσιρικάδες, θυμωμένες χαζογκόμενες, αγουροξυπνημένοι ταρίφες και ξερατά. Περπατά βιαστικά. Δεν είναι και λίγα 3283 ευρώ. Ένα τρένο για επαρχία κι άντε γεια. Άντε να τη βρουν. Θ’ αλλάξει το μαλλί. Θα γίνει κομμώτρια ή θα βρει κάνα βλαχαδερό να ανοίξει δικό της κομμωτήριο. Θα βάλει κιλά πολλά να μη τη γαμάνε πια με ευχαρίστηση. Άντε και καλή τύχη μάγκες. Φτάνει στον ηλεκτρικό. Κατεβαίνει στην αποβάθρα. Ο ηλεκτρικός θα ξεκινήσει σε 2 λεπτά. Ένας πλανώδιος κιθαρίστας προχωρά κατά μήκος της αποβάθρας. Την πλησιάζει. Του δίνει 3 ευρώ. Αυτός κάθεται κοντά της κι αρχίζει να τραγουδά:


"She takes just like a woman, yes, she does
She makes love just like a woman, yes, she does
And she aches just like a woman
But she breaks just like a little girl"

   Ακούει το τρένο. Φτάνει. Τι ωραίος ήχος. Πάντα της άρεσε ο ήχος του τρένου. Μ’ ένα τέτοιο θα φύγει. Όπου τύχει. Ο ήχος πλησιάζει. Τι όμορφος ήχος. Κοιτά τις ράγες. Τις γουστάρει τις ράγες. Βλέπει τα πόδια της. Είχε ξεχάσει πως φορούσε το ένα τακούνι της ,μόνο. Ο ήχος πλησιάζει. Τι όμορφος ήχος. Σκύβει να βγάλει το τακούνι. Μια γλιτσερή κρούστα είναι κολλημένη στο στιλέτο. Γλιστρά. Σκάει στις ράγες. Ο ήχος πλησιάζει. Τι όμορφος ήχος.

Ο κόσμος μαζεύεται στο σημείο. Ο κιθαρίστας με δυο στάλες αίμα πάνω του συνεχίζει να τραγουδά ενώ ο ήχος του τρένου σταματά. Τι όμορφος ήχος.

 "She takes just like a woman, yes, she does
She makes love just like a woman, yes, she does
And she aches just like a woman
But she breaks just like a little girl"