Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανακαλύψεις [Δημοσθένης]. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανακαλύψεις [Δημοσθένης]. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011

Η Τελευταία Ώρα


Έσφιξε το σχοινί και τρύπησε τα πλευρά του ακροβάτη εαυτού του.

Καθώς δεν άργησε ν' αρχίσει η αιμορραγία στο δωμάτιο ακούστηκαν κραυγές.

Ένα ρολόι,δώδεκα χρώματα πηχτά κι ένας ζητιάνος που σερνόταν στο κατώφλι της ώρας.

Τα βήματα νωχελικά, μαντεύοντας πάλι λάθος τον προορισμό του.


"Τύλιξε με μια κουβέρτα μόνο και δεν θα σε ενοχλήσω. Να,είναι που θέλω να τραβηχτώ ως την θάλασσα...

μετά θα ξαποστάσω για πάντα εκεί,στην πρώτη σαρακοφαγωμένη βάρκα που θα βρω.
Εκεί θα φτιάξω ένα τραγούδι.

Δεν θα λέει για καταστροφές και σάβανα, ούτε για το χλιμίντρισμα που ακούγεται των δαιμόνων πριν χυμίξουν .

Δεν θα λέει για το μαύρο αίμα που κοχλάζει στις καρδιές και τις ρυπαρές μας προσευχές που βούλιαξαν στα έλη των φόβων.


Θα λέει για τον Μάη και το παιχνίδισμα ενός βλεφάρου που βλέπει για πρώτη φορά το άσπιλο φως.

Θα λέει για μια κόρη που ντύνεται απόψε το λευκότερο πέπλο της.

Για την ανάσα μιας ανέλπιστης ευχής που μετουσιωμένη σε κέρμα κοιμάται ακέραιη στον βυθό της λίμνης.

Θα λέει για τον Ζέφυρο,που χαϊδεύει τη ράχη της ψηλότερης κερασιάς του λόφου.

Θα λέει για την ώρα που ξυπνάς, ακούγοντας το θρόισμα των φύλλων..."


Η αιμορραγία σταμάτησε.Στο υγρό πάτωμα φύτρωσαν κόκκινες αμαρυλλίδες.

Κοίταξε απέναντι,τον εαυτό του στον καθρέφτη.

Δεν χαμογελούσε,αλλά όσο κοιτούσε το λευκό του πρόσωπο,

τις μπούκλες που πέφτανε ανέμελες σαν σερπαντίνες ανάμεσα στα φρύδια του,

τα μπορντώ του χείλη και τα μαύρα μάτια του - δάκρυσε.


Έλυσε το σχοινί και μ' ένα νωπό χαμόγελο κάθισε στο παράθυρο.


Κυριακή 15 Μαΐου 2011

Ευτυχία


Photobucket


...θέλω να πω πως εάν έστω αποφεύγαμε

τις αποδοκιμαστικές ματιές των πουλιών,

εάν καταφέρναμε να μαζέψουμε στις τσέπες μας

έστω λίγη γύρη από τα πρώτα λουλούδια της άνοιξης,

εάν ανταλλάζαμε τα σχεδιασμένα βήματα

και τις πυκνές με σύννεφα μέρες μας

με αφορμές για χορούς και ακατάπαυστα λαμπρούς ήλιους

ίσως -λέω ίσως-

να καταφέρναμε το πρώτο έψιλον της Ευτυχίας ...


Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011

Άννα

Η Άννα ανέβασε τις φτέρνες της στο ξύλινο παγκάκι και πέρασε τα χέρια της γύρω από τα πόδια της. Σαν μια προσπάθεια ν’ αγκαλιάσει τον εαυτό της .Το τσιγάρο στο δεξί της χέρι έμοιαζε να έχει μεγάλη σημασία για αυτήν εκείνη τη στιγμή. Τράβηξε μια θαρραλέα ρουφηξιά και το πέταξε στο υγρό τσιμέντο του λιμανιού. Ένα καράβι είχε μόλις φύγει αφήνοντας ένα αχνό ασημένιο σύννεφο καπνού που τώρα μπερδευόταν με τον καπνό από την τελευταία τζούρα του τσιγάρου. Πρώτη φορά ο Αύγουστος έμοιαζε τόσο ψυχρός μήνας.

Δεν θυμάται πότε ξέχασε να βρίσκει την ομορφιά γύρω της… πολλές φορές σκέφτεται ότι μπορεί να συνέβη ερήμην της. Παλαιότερα θα της φαινόταν αδιανόητο να προτιμάει να κοιτάει τα καλοκαιρινά πλοία που φεύγουν για τα νησιά από το να τα ακολουθεί. Μα τώρα την καταβάλει ένα συναίσθημα βαρύ, ένα φορτίο ασήκωτο που δεν μπορεί να φορτώσει σε κανένα πλοίο χωρίς να το βουλιάξει μαζί της στον πάτο. Μοιάζει σχεδόν αδύνατο το να προσπαθήσει να βρει τρόπους για να ξανακερδίσει λίγη από την παλιά της ξενοιασιά, αθωότητα και αισιοδοξία. Λίγη από την παλιά της ελαφρότητα.

Όταν ήταν μικρή της άρεσε να ψάχνει τους λόγους πίσω από κάθε κίνηση, επιχειρηματολογούσε και διαφωνούσε με τέτοια πυγμή όταν υπερασπιζόταν τις φιλελεύθερες ιδέες της που πολλοί της ‘λέγαν αστειευόμενοι ότι θα γινόταν μια πολύ καλή δικηγόρος. Την ίδια στιγμή όμως εκείνη έσκαγε ένα χαμόγελο που θα ζήλευαν ακόμη και οι ερωτευμένες και απαντούσε πως οι δικηγόροι χρησιμοποιούν τις λέξεις για να μάχονται, εμένα μ’ αρέσει να χορεύω μαζί τους. Κι έκανε μια φιγούρα που θύμιζε τις υποκλίσεις των κλασικών χορευτριών.

Εκείνες οι εποχές μοιάζουν πολύ μακρινές τώρα. Οι τελευταίες βδομάδες της είχαν μαζέψει κάτω απ’ το φουστάνι τους όλες τις παρείσακτες μέρες του χρόνου. Μια Δευτέρα ζαλισμένη από τη νόσο της Κυριακής… μια Τρίτη που έμοιαζε με γκρινιάρα κόρη πλούσιου αστού, μια Τετάρτη ψεύτρα, μια Πέμπτη που το μόνο που έκανε ήταν να ζηλεύει το «Π» της Παρασκευής κι από την άλλη πλευρά μια Παρασκευή πνιγμένη στην ματαιοδοξία ,που ποτέ δεν ένιωσε πραγματικά δυνατή για να αποφασίσει το οτιδήποτε καινούργιο. Το Σάββατο πολλές φορές στάθηκε αντάξιο των περιστάσεων αλλά ένιωθε μόνο του και πάντα το βάραινε μια περίεργη ενοχή για το όνομά του. Η Κυριακή...η Κυριακή δεν ήθελε ποτέ ιδιαίτερες συστάσεις ανάμεσα σε τέτοιες παρέες, η Κυριακή ήταν ο κόμπος στον λαιμό όλων των προηγούμενων. Η Άννα τριγυρνούσε ανάμεσα στα πόδια τους μα ένιωθε πλέον τόσο μικρή και αδύναμη μπροστά τους που το μόνο που έκανε ήταν να τις υπομένει σιωπηλά.

Όπως πολλά προηγούμενα και αυτό το βράδυ οι ρυθμοί της πόλης μέναν σχεδόν απαράλλαχτοι. Εκείνη έμενε εκεί κουλουριασμένη και σκεφτόταν, δεν σταματούσε να σκέφτεται… παλιά πίστευε ότι μια καλή απάντηση κρύβεται πάντα πίσω από έναν καλό προβληματισμό. Τώρα δεν ήταν τόσο σίγουρη… ίσως γιατί με τον καιρό οι προβληματισμοί πλήθαιναν και οι απαντήσεις έφθιναν. Τα ερωτηματικά τώρα έχαναν τις όμορφες μάσκες τους και φαινόταν από κάτω η πεπρωμενική ασχήμια τους.
Τα ερεθίσματα που δέχεται, τα νέα που ακούει, οι άνθρωποι που συναντάει και πρώτη απ όλα η ίδια. Η ίδια στην αρχή κάθε απογοήτευσης η ίδια και στο τέλος …η ίδια νύστα για ζωή. Ο σφυγμός που ελαττώνεται και χάνεται, ο χρόνος και αυτή η ύπουλη βραδύτητα του, η συννεφιά της επίπεδης ζωής και η αδυναμία της ανατροπής. Μήπως χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε ενώπιον πανίσχυρων αντιπάλων? μήπως δεν έπρεπε να έχει τόσο θράσος στα όνειρά της? μήπως τα όρια που βάζουν πολλοί από τους γνωστούς της στις ανησυχίες τους είναι τελικά καταλυτικής σημασίας για την ψυχή? μήπως φέρθηκε επιπόλαια και εκτέθηκε σε λάθος μάτια? μήπως άνοιξε τις πιο λάθος πόρτες μέσα της …και πήδησαν έξω οι πιο δυνατοί εχθροί ? μήπως βρέθηκε πίσω από κελιά που κλείδωσε η ίδια? μήπως παραληρούσε πάλι ?

Ένα ζευγάρι πέρασε από μπροστά της γελώντας δυνατά και την επανέφερε πάλι στον πραγματικό κόσμο, στον ορίζοντα αναπνέανε τα φωτάκια μιας απέναντι όχθης, ο αέρας μύριζε θάλασσα και οι ήχοι της πόλης μπλέκανε τόσο ύπουλα στο τοπίο που σχεδόν ήταν ωραίοι, γραφικοί. Ο έξω κόσμος δεν έδειχνε τόσο προβληματισμένος σκέφτηκε… η φυσική αδιαφορία των καραβιών και της σελήνης, το φώς του φάρου και το παιδί που τρέχει για να προλάβει το λεωφορείο χαμογελώντας στην υπόλοιπη παρέα. Άφησε τον εαυτό της να χαθεί στην απλότητα τους. Έστριψε ένα τσιγάρο και ξεκίνησε να περπατάει. Ένιωσε ένα υπόκωφο κύμα ευφορίας και ανατρίχιασε … κοίταξε χωρίς να το καταλάβει τα πρώτα μάτια που συνάντησε και χαλάρωσε το βήμα της. «Άθραυστοι μέσα στην τόσο εύθραυστη πίστη μας στη ζωή» σκέφτηκε και το σημείωσε στο μπλοκάκι της. «Την επόμενη φορά ίσως να είμαι καλύτερα προετοιμασμένη για το θηρίο» χαμογέλασε και τράβηξε μια χορταστική ρουφηξιά απ’ το τσιγάρο στο δεξί της χέρι.

Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010

Η Πρώτη Άνοιξη


η πορεία μιας συννεφοσκιάς όρισε την γραμμή
μα ο έρωτας αδύναμος να την περάσει και να σωθεί
γδύθηκε ενώπιον των θηρίων
πιστεύοντας πως έχει σημασία η θέα του τι κατασπαράσσεται.

ακόμα κι αν κάθε πιθαμή αυτού του λευκού σώματος σήμαινε άνοιξη
μόνο μια αργόσυρτη βροχή έδερνε τα πηχτά μάτια των δημίων.

όταν η σκόνη κόπασε ,
στο έδαφος βρήκαν μονάχα μία τούφα
από τα χαλκόξανθα μαλλιά της μάγισσας Εριχθώς
και όλοι ανάπαυσαν-αθώοι-εκεί τα μάτια τους ...

Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2010

ελπίς

Photobucket



εσύ μ' αυτά τα μακριά ωραία δάχτυλα
και μ' αυτά τα μαυριτάνικα μαύρα σου μάτια
που βλέπουν μακριά,που βλέπουν καθαρά
δείξε μας που είναι η μητέρα που χορεύει
κάτω από τους ίσκιους των αμυγδαλιών μας

δείξε,τραγούδα μας,διασκέδασε μας
να φανταστούμε έστω αν δεν δούμε
χαλάσανε τα μάτια μας να βλέπουνε φωτιές
και οι προφήτες λέν' πως έρχονται μέρες σκληρές
με τι καρδιές να πορευτούμε εδώ,με τι αντοχές;

ξέρω,εκεί υπάρχει ακόμα ο ουρανός
στάζει το φως κάθε πρωί,πετάνε τα πουλιά
κι αν συννεφιάζει είναι για να έρθει η βροχή
κι όχι για να μας δένει μάτια και ψυχή
αυτή η τόσο εχθρική μουντάδα των καιρών

των προσευχών μας η απάντηση εσύ
κοίτα καλά,μίλα σωστά και σπρώξε μας
σε βάρκες,στόλος εραστών στον ποταμό
με τις φωνές μας θα ηρεμούμε το νερό
και με τα χέρια θα βοηθάμε τον βαρκάρη

...

- σώπα,κι ακούω ήδη τα τραγούδια των πουλιών
τα άνθη των αμυγδαλιών μυρίζω...



(πίνακας του Βινσεντ Βαν Γκογκ)

Σάββατο 12 Ιουνίου 2010

το μπάσο των λυγμών


σ'ενα ποτήρι για κρασί

σ'ενα δοχείο για μελάνι

πουλιά του σκοταδιού

σκαρφαλώνουνε την νύχτα.


οι ώρες είναι αρκετές.

όταν ο χρόνος τινάζεται

ξεδιπλώνει χρόνο

για όλους.


να ακουστεί το κίτρινο

το μπάσο των λυγμών

και της αιώνιας αχλής

το τέλος να βρεθεί .


ειδάλλως έρχονται κραυγές,

έρχονται αποκρουστικές

συνεχόμενες και παρατατικές

καταιγίδες και βροντές...


και για τους ναυαγούς

καμιά σχεδία ή πατρίδα.

-γεράσαμε νωρίς χωρίς ρυτίδα.



Τετάρτη 2 Ιουνίου 2010

άνοιξη

Photobucket

αποποιούμαι των εννοιών μου
σε φόντο ανοιξιάτικο και μωβ
μ' εναν σάλτο προσγειώνομαι στ' αστέρια
και θα κατέβω μόνο αν ο λόγος είναι σαφής

ανοίξανε ορμητικά οι πόρτες στις αυλές
οι ποιητές σπάσαν τα μελανοδοχεία
και το μελάνι,ελεύθερο πια,γράφει
λέξεις καινούργιες πάνω στο χαρτί

είναι που οι πεταλούδες γίνανε πουλιά
είναι που ότι αφήνεις μέσα στον χώρο
θα σε βρει μέσα στον χρόνο,παρατατικός
και μέλλοντας-έρωτας και το αύριο παρών

σημαδεύω το φεγγάρι με μπογιά,
μέσα στην θάλασσα μαζεύω την αρμύρα,
από τα πρόσωπα που ερωτεύονται συλλέγω φως,
πυροβολώ βραδυφλεγώς την άνοιξη
-χύνεται καλοκαίρι.




Τετάρτη 28 Απριλίου 2010

αλάνι

Photobucket
(εμπνευσμένο από το τελευταίο βιβλίο του Nick Cave
"Ο Θάνατος του Μπάνι Μανρό")


στόχος μας είναι να απολαύσετε τα πάντα!
τους γιγάντιους χάρτινους ελέφαντες,
τα πρασινο-κόκκινα χριστουγεννιάτικα ζαχαρωτά,
τα απανωτά "τσίκ" του αναπτήρα πριν το φώς της φλόγας
αλλά και τα άρρυθμα τιτιβίσματα των λερωμένων περιστεριών!

να περπατήσετε νύχτα στο υγρό τσιμέντο του λιμανιού
(χωρίς να έχετε αποφασίσει συγκεκριμένο προορισμό)
ξεφυσώντας άτεχνα κυκλάκια καπνού
από την πιο φτηνή μάρκα τσιγάρων.

μην περιμένετε αστικά λεωφορεία
και καθώς πρέπει λιμουζίνες
με οδηγούς μέσα σε σιδερωμένα πουκάμισα.
-μην περιμένετε τίποτα βασικά!

σκοντάψτε και σωριαστείτε στο έδαφος άφοβα
το πολύ πολύ να ανοίξει καμιά μύτη
ή να σκιστεί κανα χείλος από το πέσιμο
φτύστε ένα "γαμώτο!" και συνεχίστε την βόλτα,ανέμελα.

εκτονωθείτε σεξουαλικά ακόμη και με την πιο μικρή αφορμή
φθηνό ξενοδοχείο,στενή τουαλέτα κοιμητηρίου,σκοτεινή γωνία...
συντονιστείτε στον έμφυτο διονυσιακό σας ρυθμό.

στόχος μας είναι να απολαύσετε τα πάντα!
τους στραπατσαρισμένους λαγούς και τις παιδικές εγκυκλοπαίδειες,
τα τζάμια και τα σπασμένα τζάμια
τα ατυχήματα αλλά και τα ευτυχήματα των ημερών
καθώς και όλα τα τίκ-τάκ των αρρύθμιστων ρολογιών τσέπης.

κι αν μετά από μια πορεία μεθυσμένων βημάτων
βρεθείτε σε μια αίθουσα κυριλέ,που θυμίζει μέγαρο
με θεωρεία,περίτεχνα ταβάνια,βελουτέ κουρτίνες και πολύ κόσμο
ψάξτε το σημείο που θα ακούγεστε καλύτερα
πάρτε μια γερή τζούρα whiskey,
ανάψτε το τελευταίο "Lambert & Butler" του πακέτου
και τραγουδήστε το ωραιότερο κομμάτι σαξοφώνου
μονάχα με το στόμα σας!

"ο κόσμος είναι όντως ένα δύσκολο μέρος για να είναι κανείς καλός Μπάνι!"

Τρίτη 23 Μαρτίου 2010

τα κορίτσια του Τζέρσευ

(ιδανικό soundtrack για την ανάγνωση : Tom Waits - Jersey Girl)

είναι μόνο τα κορίτσια από το Τζερσευ
που ξέρουν να πετάνε κομφετί στον αέρα
τις στιγμές των απρόσμενων αιτίων χαράς


τις χειμωνιάτικες νύχτες καβαλάνε τα τρένα
αφήνονται στα αχόρταγα μάτια του φεγγαριού
και μες στους κρατήρες κρύβουν τα μυστικά τους


όταν τα αγόρια πέφτουν με φόρα πάνω τους
χαμογελάνε πονηρά στους περαστικούς,
χορεύουν κάτω από τις κίτρινες λάμπες του Τρέντον.


συνήθως τα φουστάνια τους τα δένουν στο λαιμό
φορούν σατέν κορδέλες στα μαλλιά τους
κι ένα άρωμα φθηνό και τολμηρό πολύ


αν χαθείς στο σκοτάδι της πόλης το βράδυ
θα δεις ότι είναι αυτά τα κορίτσια που βάζουν τις φωτιές
σ' όλα τα σβηστά κεριά των κλειστών εστιατορίων


κι όταν τα κορίτσια του Τζέρσευ βάλουν την πόλη για ύπνο
ένα κομμάτι παραδείσου ξεκολλάει απ τον ουρανό
και αργοπέφτει σαν ξερό φύλλο δέντρου στα μαλλιά τους.

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

παρέλαση


άκουσα θόρυβο στο δρόμο εχθές
κι έδεσα σ' όλες τις ματιές μαύρο πανί,
μαύρο πανί πηχτό
μήπως κι δώ...

ήχοι παρέλασης θυμίζαν οι φωνές
ρόδες αρμάτων οι τροχοί των αμαξιών
και οι φωλιές των μυρμηγκιών
με πίεση πολύ,τίναζαν κομφετί!

πιο πέρα ήτανε σκυφτός
(έμοιαζε γελωτοποιός!)
ένας αλλόκοτος και πένθιμος θυμός.

κοίταζε να περνάνε οι στιγμές
με νοικιασμένες φορεσιές
και πλαστικά λουλούδια στο κεφάλι,

κοίταζε να περνάει ο καιρός
αδιάφορος και εσκεμμένως βιαστικός
μα με το χέρι του συνέχεια στην σκανδάλη.

με τρόμο είδε μια στιγμή
ν' αλυσοδένουν την ζωή
όντα παράξενα
όντα γνωστά
και όντας γνωστά
τα γνώρισε κόσμος πολύς
μα δεν αντέδρασε κανείς...

είδε καΐκι στη στεριά!
τα όνειρα κάναν τα νερά
και οι διαθέσεις παριστάναν τα πανιά του
"ωραίο θέαμα” θα πω
μα έτσι όπως έπλεε γοργό
νομίζω κράταγε κρυφό
πως μες τ' αμπάρι του ήταν τα ουρλιαχτά του.

Μετά από λίγο στη σειρά
ήταν τα ερωτηματικά
γέρικα και καμπυλωτά
παράφωνα τραγούδια ξεφωνίζαν...

Μα,ώ!
Τι ατυχία είν' αυτή!
Μες την παρέλαση-γιορτή
άρχισε ξαφνικά να ψυχαλίζει!

Κι ήταν εκείνη τη στιγμή
λες κι ήρθε μέσα απ' τη βροχή
καταμεσής
ένα κορίτσι να βαδίζει...

άρχισαν να ξεβάφουν οι μπογιές
οι φορεσιές και οι σειρές
άτακτα να χαλάν τη συμμετρία
και το κορίτσι της βροχής
χόρευε εκεί καταμεσής
μες την πομπή που πλέον θύμιζε κηδεία.

“Να μην ξεχνάτε τη βροχή!
Δειλοί,μα αδίστακτοι θνητοί
ξέρει καλά να σας χαλάει τα σχέδιά σας
κι άμα βολεύεστε εκεί
στη νύστα και στην αποχή
τόσο πιο κρύα θα φαντάζουν τα νερά μας”

άδειασε ο δρόμος,τα στενά
στην πόλη ξάφνου ερημιά
σαν να αμπαρώθηκε ο καθένας στη φωλιά του

μονάχα ο γελωτοποιός
έμεινε όλη νύχτα εκτός
και βράχηκε οικειοθελώς,
βράχηκε οικειοθελώς μέχρι θανάτου.

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009

τα ξύλινα μέρη του σώματος

τα ξύλινα μέρη του σώματος,
του όποιου σώματος,
έγχορδου,
άχορδου,
άκαρδου,
ή μή...
είναι τα τρωτά του μέρη.

θα πιάσουν πρώτα φλόγα ,
θα παρασύρουν,
θα παρασυρθούν,
και θα αποσυρθούν
μόνο όταν όλα είναι στάχτη.

είδες?
τα σώματα μοιάζουν με τα δέντρα τελικά!
τόσο σκοτάδι στις ρίζες τους,
τόσος ουρανός στα κλαδιά τους.
άνοιξη,καλοκαίρι, φθινόπωρο,χειμώνας,άνοιξη
ένκαρπα
άκαρπα
άκαρδα
ή μη...

αλλάζουν χρόνο με τον χρόνο,κάθε χρόνο.
πόσο χρόνο ακόμα.

κάθε φύλλο που έπεσε,έπρεπε να πέσει.
κάθε που έπεσε,έπρεπε να ακουστεί.
κάθε που σώμα συνάντησε σώμα,
καθε που σώμα συνάντησε χώμα,
έπρεπε να ακουστεί.

γιατί ότι χαλάει την σιωπη πρέπει να ξέρει γιατί το κάνει...
ακόμη και τα φύλλα.
ακόμη και τα σώματα.

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009

ο ήχος


μερικές φορές κοιτάω τον καθρέφτη μα δεν καθρεφτίζομαι.
βλέπω εποχές να αλλάζουν και πρόσωπα να περνανε.
που και που κατι καρναβάλια με βαριά βελούδα για κουρτίνες.
παράθυρα' και μεσα είδωλα που δεν μπορώ να αγγίξω.
δεν ξέρω να κοιτάω σκέφτομαι συχνά,
αλλά ουτε αυτό.

ακόμα περνάνε και καλοκαίρια...
μα και κάτι Κυριακές ρακένδυτες,ξεπεσμένες.
δεν τις συμπάθησα πότε νομίζω,
κι έτσι δεν ξέρω ουτε αυτές.

οι φίλοι όμως είναι εκεί.
τους βλέπω καθαρά!
αυτοί ομως με βλέπουν?
δεν εστιάζει ποτέ η ματιά τους πάνω μου.

χαζεύω άλλες φορές κατι ρήματα
που δεν ξέρουν να κρατάνε τον λόγο τους,
ξέρουν όμως να περιφέρονται σ'αυτές τις ρημαγμένες χωρες
με σατέν φορέματα και πρόζα βασιλική.

έτσι περνάει η ώρα ώσπου χαμηλώνουν,σβήνουν και τα τελευταία φώτα
και δεν βλέπω τίποτα πια.
μπορεί να είναι και καλύτερα ετσι...
αποσυμφόρηση της όρασης.

μα ακόμα και εκεί,στην ανυπαρξία του φωτός
πάντα ακούω λίγες νότες από κάπου...
κι έχω την εντύπωση πως είναι από αυτούς!

αυτούς που δεν κοιτάνε με τα μάτια ανοιχτά.
αυτούς που δεν τους ταλαντεύει την ψυχή τους κανένα ημίφως.
αυτούς που μπορούν να παίζουν τα όργανα τους ακόμα και στο σκοτάδι!
έτσι μόνο ο ήχος τους μενει τελικά.
μοναδικός και απόλυτος.
ο ήχος.