Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010

Schopenhauer

Photobucket


καλή,ευγενική,μικρή κι αδίστακτη η ανθρώπινη φυλή
απόγονοι ελαττωμάτων,κατακτητές λαθών
και μέσα στα στενά κλουβιά των ημερών εγκλωβισμένοι.

είναι η κόλαση εδώ
εδώ ήταν πάντα
κι ο Schopenhauer που έδειξε πως να κοιτούν τις φλόγες
έμεινε με την γρανιτένια πίπα του σβηστή.

η στάση των νεκρών-η τάση των θνητών
αντικριστοί καθρέφτες...
κακόμοιρα τα είδωλα και χαμογελαστά.

στη κωμωδία του κόσμου
θεατές και θεατρίνοι,
ρόλοι,κουστούμια,μουσικές
σημαίες,ιδέες,αρετές,
στοχαστές και στοχασμένοι
με σίγουρη αυλαία τον γκρεμό θα πουν :
πως παίξανε καλά
πως ζήσαν τη ζωή
και πως πλησίασαν -πρωταγωνιστικά- σαφώς το φως ...

Αθάνατοι θνητοί!
καλή,ευγενική,μικρή κι αδίστακτη η ανθρώπινη φυλή
μα στα πάθη του κόσμου εξαρτημένη.

Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

Η Πρώτη Άνοιξη


η πορεία μιας συννεφοσκιάς όρισε την γραμμή
μα ο έρωτας αδύναμος να την περάσει και να σωθεί
γδύθηκε ενώπιον των θηρίων
πιστεύοντας πως έχει σημασία η θέα του τι κατασπαράσσεται.

ακόμα κι αν κάθε πιθαμή αυτού του λευκού σώματος σήμαινε άνοιξη
μόνο μια αργόσυρτη βροχή έδερνε τα πηχτά μάτια των δημίων.

όταν η σκόνη κόπασε ,
στο έδαφος βρήκαν μονάχα μία τούφα
από τα χαλκόξανθα μαλλιά της μάγισσας Εριχθώς
και όλοι ανάπαυσαν-αθώοι-εκεί τα μάτια τους ...

Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΒΑΒΥΛΩΝΑΣ


Ρέκβιεμ της Σίβυλλας σκόρπια πάνω από αφανισμένους στόλους. Χρεοκοπημένες ιδέες κι απόστρατοι έρωτες στις εκβολές του παραμυθιού.
Εκείνη, αλλοπαρμένη και λογική, στολίζεται με λάφυρα και χορεύει θέλοντας να ξορκίσει τις τύψεις της εξέλιξης.
Τραυλίσματα και ψίθυροι ψαλμών φρικιαστικής αγνότητας σε κήπους και σιδηροδρόμους.
Πόρνες με λαβωμένα βλέμματα εκλιπαρούν το ηλιοβασίλεμα, καμπάνες σαγηνεύουν ανεμοστρόβιλους σ’ ένα θέαμα τραγικής λαγνείας που διεκδικεί κάτι το επικό.
Κάθαρση από κάθε νοσταλγία, ακύρωση αιώνων μελωδίας, όταν εκείνος είδε στην ταραχή του ζώου τη φυσιογνωμία πόλεων του μέλλοντος και εισέβαλε στην έναστρη ενοχή.

Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Άλλη μια ιστορία που αφορά σ' ακόμα ένα Τέλος του Κόσμου

(Το παρακάτω άρχισε να φανταστήνεται χάρη στο Post "Fatal Error" που δημοσιεύθηκε από Χνούδι μήνες πριν. Χνούδι Ευχαριστώ.)

Δε θα ‘ναι η πρώτη μέρα ενός νέου έτους! (Αφελώς εσκεμμένα ή εσκεμμένα αφελώς – οι προθέσεις μου είναι μπουρδουκλωμένες, με ύποπτο άλλοθι και υποχόνδριες που είναι δυσδιάκριτη η αρχική μορφή τους – δεν κάνω χρήση του όρου,
{αριστερό αυτάκι («)} Πρωτοχρονιά {δεξιό αυτάκι(»)}.
Σας παραθέτω, ενδεικτικά, την κάτωθι λίστα:


**!!!Λίστα Εξαιρετικών Επιχειρημάτων!!!**
1. Η Πρωτοχρονιά είναι άμεσα συνδεδεμένη με τα Χριστούγεννα λόγω χρονικής απόστασης. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει επιπλοκές. Ειδικότερα, όταν πρόκειται γι’ άλλη μια ιστορία που αφορά σ’ ακόμα ένα τέλος του κόσμου.
2. Ο στολισμός της, είναι ίδιος με των Χριστουγέννων, κυρίως λόγω περιορισμένου δημοτικού budget αλλά κι εφάμιλλης εορταστικής αισθητικής και συναισθηματικής έμπνευσης κι εν συνεχεία έκφρασης. Αυτό είναι κουραστικό. Αν, χάριν παραδείγματος, αναγάγουμε τα παραπάνω στο σύμπαν των Celebrities, θα μπορούσαμε ως μεταφορά να χρησιμοποιήσουμε την περίπτωση μιας πασίγνωστης ντίβας που φόρεσε το ίδιο cocktail φόρεμα σε δύο cocktail party ή ακόμα χειρότερα/καλύτερα (αναλόγως την οπτική) δυο διαφορετικές ντίβες να φορέσουν την ίδια pyjama στο ίδιο pyjama party! Fuck!
3. Έτσι!
4. Η ιστορία που ακολουθεί, είναι άλλη μια ιστορία που αφορά σ’ ακόμα ένα τέλος του κόσμου όπως το φαντασιώθηκα εγώ, το μεσημέρι της Τρίτης κι ενώ ήμουν στο λεωφορείο, καθισμένος στη μονή θέση που κοιτά προς τα πίσω και βλέποντας όλους τους υπόλοιπους να κοιτούν προς τα μπρος, χωρίς να εστιάζω προς αυτούς οπότε και μου δημιουργήθηκε η εντύπωση πως είναι ενός είδους κοινό που διψούσε για μια ιστορία σαν και τούτη ή η ιστορία διψούσε για ένα κοινό σαν κι αυτό.
5. Η ιστορία είναι δικιά μου. Δε θα σας δώσω και λογαριασμό. Ό,τι θέλω θα κάνω!

Που ήμουν; Μάλιστα! Δε θα ‘ναι Πρωτοχρονιά! Δε θα ‘ναι το 2012! Ούτε κάποια δημοφιλής θρησκευτική εορτή. Αποκλείεται να πέσει πάνω σε καμιά εθνική επέτειο και 100% δε θα πέσει απάνω σε κάποια δική μου επέτειο και της κοπέλας των ονείρων μου. Ελπίζω να μην είναι κάποια απ’ αυτές τις ψιλό-άκυρες παγκόσμιες μέρες, όπου υποτίθεται πως κάνουμε όλοι μαζί κάτι συμβολικό για τη συμβολική σωτηρία του σύμπαντος. Ιδιαίτερα, δε θέλω να ‘ναι εκείνη που για μια ωρίτσα κατεβάζουμε το γενικό διακόπτη του ρεύματος. Θέλω να πω, πως πρόκειται για μια δυσλειτουργική μέρα.

#Αρμόδια Αυστηρή Επιτροπή Διαλογής Απλών Ημερών Και Προαγωγής Τους Σε Παγκόσμιες,
Παράθεση Ατυχών Περιστατικών, Παγκόσμια Ημέρα No. 23 (Αυτή που κλείνουμε το ρεύμα):
1. Πνιγμένος στη μπανιέρα της γκαρσονιέρας του, βρέθηκε ο φοιτητής διαχείρισης φυσικών πόρων Ian Jacob. Κατηγορούμενη για το φόνο, η συγκάτοικός του Emma Ray. Σύμφωνα με πληροφορίες η δεσποινίς Emma Ray έκανε αποτρίχωση για ένα σημαντικό ραντεβού με την πρώην της όταν ο Ian Jacob έκλεισε το ρεύμα, συμμετέχοντας στην Παγκόσμια μέρα που κλείνουμε το ρεύμα συμβολικά για μια ωρίτσα. Η Emma Ray έγινε έξαλλη. Η μια κουβέντα έφερε την άλλη κουβέντα κι η άλλη κουβέντα έφερε μια άλλη κουβέντα που κι αυτή έφερε άλλη μια κουβέντα που είχε παρέα μπόλικες κουβέντες που κρατούσαν απ' το χέρι μικρές κουβεντούλες. Η τελευταία κουβέντα που ‘ρθε ήταν “Ό,τι και να λες εγώ ακούω μπουρμπουλήθρες μαλάκα! ».
2. Με κάρβουνο έμοιαζε ο δωδεκάχρονος Wai Chung όταν τον βρήκαν οι απαρηγόρητοι, πλέον, γονείς του. Ο κύριος και η κυρία Chung έκλεισαν το γενικό διακόπτη του ρεύματος για μια ώρα συμμετέχοντας στην παγκόσμια μέρα που κλείνουμε το ρεύμα συμβολικά για μια ωρίτσα. Κανείς δε φαντάστηκε πως ο μικρός Wai ήταν εθισμένος στο ρεύμα και μια ώρα αργότερα θα έμπηγε το δάχτυλό του, με πάθος, στην πρίζα διψασμένος για λίγη εναλλασσόμενη τάση 340 Watt.
Εδώ σταματά η ατυχής παράθεση ατυχών περιστατικών αν και υπάρχουν χιλιάδες ακόμα, διότι έχω την αίσθηση πως η ιστορία επείγει μιας και μιλά για το τέλος του κόσμου.

Οπότε όχι, δε θα ‘ναι κάποια παγκόσμια μέρα. Για την ακρίβεια δε θα ‘ναι καν μέρα. Θα ‘ναι νύχτα. Μ’ αρέσει να ‘ναι νύχτα. Δε ξέρω ποια νύχτα ακριβώς. Ίσως την πρώτη νύχτα του γάμου σας, μια νύχτα με champions league ή μια νύχτα που κάτσατε μέσα να φάτε pizza και να δείτε τη Season 6 από “Friends”. Μια νύχτα, λοιπόν. Πείτε απλά πως ο προφήτης μας, ήταν ένας άθλιος τζογαδόρος με δυο κάλπικα, χρυσά δόντια που έπαιζε ρουλέτα με τους άλλους προφήτες, γύρω από μια μπλε τσόχα, κεντημένη μ’ όλες τις νύχτες του κόσμου κι η μπίλια έκατσε στη δική του βραδιά, μόνο που δεν είδε ποτέ ποιά γιατί την είχε φορτώσει με τα ρέστα του.
Ο κόσμος δε θα ‘ναι τόσο διαφορετικός. Να, μόνο οι πολυκατοικίες θα ‘ναι ψηλότερες. Όχι πολύ, ίσα – ίσα να κρύβουν τον ήλιο από κάθε γωνιά, δημιουργώντας μια ρεαλιστική ψευδαίσθηση λονδρέζικης συννεφιάς, από ‘κείνη που ντύνει τον ουρανό τις Wednesdays όταν οι κυλιόμενες σε φτύνουν απ ’τον Subway. Θα υπάρχει κι ένα μόνιμο ψιλόβροχο από τ’ απόνερα των κλιματιστικών, αρκετά δυνατό, ώστε όλοι να ‘χουμε μια ομπρέλα μαζί μας. Θα συμβαίνει και το εξής: η βροχή θα δυναμώνει και θα χαμηλώνει ανάλογα με τη θερμοκρασία κλιματισμού στα διαμερίσματα. Έτσι τις πολύ ζεστές μέρες η βροχή θα γίνεται καταιγίδα και τις δροσερές αδύναμη ψιχάλα.
Τι έλεγα; Μα, ναι! Θα ‘ναι νύχτα. Θα ‘ναι μια ήσυχη νύχτα. Ο ουρανός θα ‘ναι μαύρος. Τ’ αστέρια θα έρθουν πιο κοντά. Θα πλησιάζουν αργά μέχρι που θα καταλάβουμε πως δεν πρόκειται γι’ αστέρια. Τελικά, θα πρόκειται για τεράστιους ψηφιακούς, λατινικούς χαρακτήρες, γραμματοσειράς Times New Roman που αιωρούνται. Θα ‘ναι ανάκατοι. Θα σχηματίσουν λέξεις κι ύστερα προτάσεις. Ok, όχι «προτάσεις», αλλά κάτι σαν μήνυμα. Ένα απλό, συμβατικό, προειδοποιητικό μήνυμα ολικής καταστροφής και τελειωτικού σφάλματος. Να κάπως έτσι:

“ATTENTION!!!!FATAL ERROR!!!!!
A Fatal exception OE has Occurred! Application will be terminated
You Really Thought Matrix was Too Sci-fi? Wrong!
Press ctrl-alt-del
Information will be lost. ALL Information will be lost!
(0555555X84288R*&6123X540…)”

Το μήνυμα θα πλησιάζει κι οι τεράστιοι, ψηφιακοί, λατινικοί χαρακτήρες, γραμματοσειράς Times New Roman που αιωρούνταν θα πέφτουν χάμω, κατάχαμα μπροστά στα πόδια μας, έτσι που θα μπορούμε να τους πιάσουμε αν δε φοβόμαστε και τόσο. Κάποιοι από μας θα μαζέψουμε μερικούς και θα γράψουμε “HELP!”, άλλοι θα γράψουμε “The End” και να κι άλλα μηνύματα :
“My name is Alex Please DON’T Delete me”, “Can I Be saved as backup”, “Google? You are the true god finally? I mean… You seem to have the most of the answers!”, “Is There Any kind of FAQ?”, “That’s it? Or this is all some kind of an update?”, “Stella Je t’aime!”, “Elvis is Alive!”, “LG Life is good!”, “La La La”, “Come with me gia na th vreis na glenthsoume together ki h anamnhsh apo th Greece 8a sou meinei gia Forever!” και πάει λέγοντας!
Παράλληλα με το απλό, συμβατικό, προειδοποιητικό μήνυμα ολικής καταστροφής και τελειωτικού σφάλματος θα εμφανιστούν κι άπειρα αρχεία όλων των ειδών. Γύρω στα 7470837430274829837402372874 TB από .flac/.mp3/.jpeg/.mp4/.avi/.exe/.dat/.mkv/.sub/.bmp/.doc και δε συμμαζεύεται θ’ αρχίσουν να σκάνε με φόρα στο έδαφος. Ένα απ’ τα .flac, το πιο ευαίσθητο δηλαδή, θα σπάσει μ’ ένα απαλό και τραγανό crack σαν εκείνο που κάνουν οι σοκολάτες όταν κομματιάζονται. Θα ‘ναι, δηλαδή προτιμώ να ‘ναι, το “Bobby Darin-Beyond The Sea.flac”. Θα σπάσει και θα παίζει παντού στο 100% volume. Από παντού μονάχα αυτό θ’ ακούγεται. Θα είναι το OST, αυτής, της άλλης μιας ιστορίας μου που αφορά σ’ ακόμα ένα τέλος του κόσμου μου! “Somewhere beyond the sea… Somewhere waiting for me…”! Μερικοί θα γουστάρετε και θα το σιγοτραγουδάτε αλλά κάποιοι άλλοι από σας θα ξενερώσετε και θα ψάχνετε, ανάμεσα στ’ άπειρα αρχεία, για τα δικά σας αγαπημένα κομμάτια ώστε να τα σπάσετε και ν’ ακουστούν αυτά. Μαντέψτε… άσχημα νέα! Τ’ άλλα κομμάτια δε θα σπάνε γιατί η ιστορία είναι δικιά μου και θα παίζει το “Somewhere beyond the sea…”οπότε κοπανάτε τα .mp3 όσο θέλετε.
Με το που τελειώσει το πρώτο κουπλέ θα ‘ρθω να σε βρω. Θα ‘σαι στην ταράτσα και θα κλαις επειδή η μητέρα σου θα σας αφήσει για να κάνει τη ζωή της, όσο προλαβαίνει, πριν καταστραφεί ψηφιακά το σύμπαν. Ο πατέρας σου αποπροσανατολισμένος εντελώς, μόνος και έρημος θα προσπαθεί να ξεγελάσει τον εαυτό του, πως του είναι αδιάφορη η απουσία της, κατουρώντας με το καπάκι της λεκάνης κατεβασμένο και χωρίς να στοχεύει με ιδιαίτερο ζήλο. Όλα αυτά θα σε χαλάσουν και δε θα ξέρεις πώς να περάσεις την τελευταία βραδιά σου στον κόσμο! Τότε θα εμφανιστώ εγώ. Χαμογελώντας θα σου πω τραγουδιστά «Δεσποσύνη; Τι λέτε; Θα μου χαρίσετε αυτό το χορό στην παραλία;». Εσύ θα με κοιτάξεις καλά, θα με κοιτάξεις λίγο καλύτερα, θα φορέσεις τα κοκάλινα γυαλιά σου και θα συνεχίσεις να με κοιτάς προσεχτικότερα και σα να ήσουν πάντα έτοιμη γι’ αυτή την ερώτηση, θα μου πεις «Όχι! Ποιος είσαι εσύ;». Δε σε κατηγορώ. Λογικό είναι ν’ αρνηθείς. Εδώ ο κόσμος καταστρέφεται ψηφιακά κι εγώ, ένας άγνωστος από ένα λεωφορείο που δεν κατεβαίνει καν στην ίδια στάση με σένα, θέλω ρομάντζο. Θα πάω στην παραλία να τη βρω με κάνα σπασμένο .jpeg σου. Που σκατά νόμιζα πως θα ‘μαι; Στη Βικτωριανή εποχή;
Αλλά για μισό λεπτό. Αυτό είναι το δικό μου τέλος του κόσμου. Εγώ γράφω αυτή την ψηφιακή συντέλεια. Τώρα που το σκέφτομαι, εσύ θα ‘ρθεις να με βρεις. Θα με ικετεύσεις με όλο σου το νάζι να πάμε να σε χορέψω στην παραλία. Θα σου απαντήσω ψυχρά «Μισό… Πρέπει να δω την ατζέντα μου.», αλλά επειδή δε θα έχω ατζέντα θα κοιτάξω αυτή του πατέρα μου. Θα καθυστερώ επίτηδες για να σε κρατήσω σ’ αγωνία αλλά από κάποιο σημείο κι έπειτα θα καθυστερώ επειδή θ’ ανακαλύπτω πως ο πατέρας μου έχει και μια δεύτερη οικογένεια στα νησιά Τσουι-του-Κο.
Θα φτάσουμε στην παραλία και θα πετάξουμε τα παπούτσια μας. Θα το παίζω ακόμα μεγάλη μούρη και τα ρέστα, αλλά μόλις μυρίσω τα μαλλιά σου θα σε φιλήσω δειλά στο λαιμό. Θα χορέψουμε ελάχιστα, γιατί θα ‘μαι ατσούμπαλος και θα σε πατάω συνέχεια, ώσπου να γλιστρήσουμε και να βουτήξουμε στα νερά. Το μαύρο σου μπλουζάκι θα γίνει μούσκεμα. Όχι. Καλύτερα άσπρο. Το άσπρο σου μπλουζάκι θα γίνει πολύ μούσκεμα. Ναι, σίγουρα άσπρο! Θα επιπλέουμε πιασμένοι χέρι με στήθος, με θέα την αναπάντεχη ψηφιακή καταστροφή. Ένα μάτσο αρχεία και κώδικες θα πέφτουν απ’ τον ουρανό και θα βουτούν, οι περισσότεροι στη θάλασσα, κάνοντας «μπλουμ», ενώ ο Bobby Darin θα συνοδεύει ευγενικά “Somewhere Beyond the Sea…”.
Οι άνθρωποι θα κάνουν από μια ευχή κάθε φορά που θα βλέπουν κάτι να πέφτει χωρίς, ωστόσο, να έχουν την παραμικρή ιδέα πως σ’ αυτές τις τελευταίες ευχές επεξεργασμένες από έναν αυστηρά εξειδικευμένο αλγόριθμο που ξεχωρίζει τις γενικές επιθυμίες μέσω τιποτένιας διαδικασίας θα βασιστεί το επόμενο update του σύμπαντος. Δυστυχώς κι ευτυχώς, μιας και τις ευχές θα τις κάνουμε εμείς οι ίδιοι και μάλιστα την ώρα που τελειώνει ο κόσμος και εν αγνοία της σημασίας τους αλλά και απαλλαγμένοι από κάθε αίσθημα ευθύνης, ο κόσμος δε θα διαφέρει και πολύ. Θα ‘ναι ίδιος σχεδόν, λίγο πιο πρακτικός και διεστραμμένος. Οι γυναίκες θα έχουν περίοδο κάθε σαράντα μέρες ενώ οι άντρες θα διαρκούν 4 λεπτά παραπάνω στο sex. Οι Beatles θα διαλυθούν ένα χρόνο αργότερα και κανείς δε θα σκοτώσει τον John Lennon. Ο Stanley Kubrick θα ζήσει πολύ περισσότερο.....κλπ.

Όμως τώρα πρέπει να κατέβω. Ακούστηκε το "Ντιν" κι άναψε η ειδοποίηση "ΣΤΑΣΗ-ΣΤΟΠ". Πάλι δεν πρόλαβα να πατήσω το κουμπί! Η αλήθεια είναι πως η αγαπημένη μου άλλη μια ιστορία που αφορά σ’ ακόμα ένα τέλος του κόσμου είναι μια άλλη. Εκείνη που μια τεράστια φωτιά σαν τα μαλλιά της Ραπουνζέλ θ’ ανάψει στο κέντρο του κόσμου και θα καίει αργά τα πάντα. Όλοι θα κάνουμε ένα τεράστιο κύκλο γύρω της. Ύστερα θα σηκωνόμαστε ένας – ένας, θα λέμε τη σημαντικότερη ιστορία από εκείνες που ζήσαμε ή ακούσαμε ή ακόμα πιο σπουδαία φτιάξαμε με τη φαντασία μας και αφού τη λέμε θα πέφτουμε να καούμε στη φωτιά. Ο επόμενος κόσμος θα βασιστεί σ’ αυτές τις ιστορίες που θα πούμε γύρω απ’ τη φωτιά. Αυτή είναι η αγαπημένη μου άλλη μια ιστορία που αφορά σ’ ακόμα ένα τέλος του κόσμου αλλά έχει μια εξαιρετικά απαγορευτική, τεχνική δυσλειτουργία που την κάνει κομμάτι άδικη ρε γαμώτο. Να βλέπετε… ο πρώτος που θα σηκωθεί δε θα προλάβει ν’ ακούσει καμιά ιστορία παρά μόνο τη δικιά του κι ο τελευταίος θ’ ακούσει όλες τις ιστορίες αλλά κανείς δε θ’ ακούσει τη δικιά του.



Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010

Δέλτα



να' ναι οι νότες των προσευχών ,των παραμιλητών μας
κι η βιασύνη των αγγέλων μέσα μας;
vα 'ναι εκείνες οι φορές που ασελγήσαμε με σπέρμα μαύρο
πάνω στα άσπιλα φύλλα της άνοιξης;
ναι 'ναι τα τόσο ένοχα ένστικτα
κι αυτή η βιβλική αδυναμία μας
να αντισταθούμε στην έπαρση;
ή vα 'ναι απλώς ότι ο Διάβολος δεν μας έχασε ποτέ από τα μάτια του;

Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

Ο ΚΟΜΠΑΡΣΟΣ

Εφιάλτες ποτισμένοι νυχτολούλουδο κι έγχορδες ραψωδίες πολέμων με ανάθρεψαν
Υπήρξα μανδύας περήφανου αυτοκράτορα, φιλί ευλαβικής Κυριακής
Στενογράφος μνήμης που αφηγείται με γλαφυρότητα γέρικου ελαφιού, έψαξα τον έρωτα και την αρμονία στην ορμή του καταρράκτη
Φιλόμουσος, τυχοδιώκτης, θύμα - κουράστηκα να μ' ερμηνεύω
Άλλωστε, τι κατάφερα;
Συνένοχος σ’ ένα φόνο που διαρκεί, προσεύχομαι στα νούφαρα για τον αιώνα που χαροπαλεύει μες στο βάλτο

Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου 2010

επιστροφή


υπό το φως σελήνης ατελούς
κι υπό ζυγό εντολών ρητών
στην πόλη των Αθηνών,ξανά
βρέθηκα αναγκαστικά παρών.

άλλαξε ο τρόπος της αυγής εδώ
ούτε το φως του ήλιου με ξυπνά
ούτε του ανέμου η δροσιά μ' αγγίζει
-με παρασέρνει η ορμή των ρολογιών.

κι όπως συχνά τις νύχτες περπατώ
(συνήθειο παλιό μα υπαρκτό)
αντανακλώ ένα είδωλο δειλό
στων βιτρινών τους φωτεινούς καθρέφτες

κι όταν στα καφενεία θα βρεθώ
για μια κουβέντα με τον διπλανό,
για έναν καφέ ελληνικό διπλό,
για να ξεμπλέξω κάποιον στοχασμό

δίπλα μου ο όχλος των περαστικών
με κάνει να θρηνώ και να ρωτώ
"πώς προσπερνώ με την ματιά μου
μάτια που μοιάζουν τόσο στα δικά μου;"

πώς νοιάζομαι μόνο για μένα;
τα λάθη τα φριχτά μου να μαντεύω
σαν κακομαθημένο αγόρι το εγώ μου
να το μαλώνω και να το νταντεύω


μ' απ' την καρέκλα προσεχώς θα σηκωθώ
θα περπατήσω και θα ξεχαστώ
την πόρτα του σπιτιού μου θα περάσω
στην κάμαρη θα μπω,θα ξαπλωθώ
-και πόσο ντρέπομαι γι' αυτό
μα σύντομα θα κοιμηθώ και θα ξεχάσω.

Πέμπτη, 9 Σεπτεμβρίου 2010

ελπίς

Photobucket



εσύ μ' αυτά τα μακριά ωραία δάχτυλα
και μ' αυτά τα μαυριτάνικα μαύρα σου μάτια
που βλέπουν μακριά,που βλέπουν καθαρά
δείξε μας που είναι η μητέρα που χορεύει
κάτω από τους ίσκιους των αμυγδαλιών μας

δείξε,τραγούδα μας,διασκέδασε μας
να φανταστούμε έστω αν δεν δούμε
χαλάσανε τα μάτια μας να βλέπουνε φωτιές
και οι προφήτες λέν' πως έρχονται μέρες σκληρές
με τι καρδιές να πορευτούμε εδώ,με τι αντοχές;

ξέρω,εκεί υπάρχει ακόμα ο ουρανός
στάζει το φως κάθε πρωί,πετάνε τα πουλιά
κι αν συννεφιάζει είναι για να έρθει η βροχή
κι όχι για να μας δένει μάτια και ψυχή
αυτή η τόσο εχθρική μουντάδα των καιρών

των προσευχών μας η απάντηση εσύ
κοίτα καλά,μίλα σωστά και σπρώξε μας
σε βάρκες,στόλος εραστών στον ποταμό
με τις φωνές μας θα ηρεμούμε το νερό
και με τα χέρια θα βοηθάμε τον βαρκάρη

...

- σώπα,κι ακούω ήδη τα τραγούδια των πουλιών
τα άνθη των αμυγδαλιών μυρίζω...



(πίνακας του Βινσεντ Βαν Γκογκ)

Τρίτη, 7 Σεπτεμβρίου 2010

''Tu m'as donne ta boue
et j' en ai fait de l' or''

CHARLES BAUDELAIRE


Στο Θανάση Β.


ΚΡΑΜΑΤΟΥΡΓΙΑ


Νύχτα ακούστηκε το πρώτο κλάμα στο μαιευτήριο της τριανταφυλλιάς
Τα μάτια έπαψαν να πληρώνουν τις ενοχές του φωτός, τα βιολιά ξόδεψαν άσωτα μελωδίες
Μια προφητεία έπλεξε τα μαλλιά της προκυμαίας, στο μάγουλο της οικοδομής το δόγμα ξανάγινε όνειρο
Χρόνια τώρα η σκουριά φιλοξενεί μετανάστες μύθων
Όμως απόψε, που η πόλη θυμίζει καράβι σε κλασσικό μυθιστόρημα, δεν αρκούμαι στη σκηνοθεσία
Πασχίζω για σένα που περνάς με αυθορμητισμό ερπετού πάνω σε κιονόκρανα
Χαράζω προμηνύματα σε μενταγιόν
Και στο δωρίζω

Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2010

παζάρι

έχουμε λίγες ξέρες,λίγες αντοχές
υποθαλάσσια μας πλησιάζουν πειρατές
στα χέρια τους κρατούν σπάθες χρυσές
και μες τα μάτια τους βουλιάζει το φεγγάρι

οι γοργόνες προσπερνούν και δεν μιλούν
θα τους βαραίνουν τα χρυσά του σκουλαρίκια
που κέρδισαν με λερωμένες προσευχές
όλες σκυφτές,όλες γριές,όλες με δεκανίκια

απ' τα κοράλλια ένας ήχος ορυκτός
ένας περιπλανώμενος θυμός,ένας μικρός θεός
του Ποσειδώνα θα 'ναι αγόρι ή του Άρη
δείχνει πως είν' αυτοί που 'κάναν
και την θάλασσα παζάρι

πως είν' αυτοί που νόμισαν πως ήτανε θεοί
που άπληστοι θνητοί,που νοσηροί δειλοί
αναπαράχθηκαν σαν γένος,σαν λοιμός
που μόνο στο χρυσάφι βλέπουν φως

τώρα χρυσά κανόνια σέρνουν στους βυθούς
η τελευταία μάχη με τους ζωντανούς
της Αρετής τ' αετώματα να ρίξουν
της Ηθικής τα γράμματα να σβήσουν

και τρεις αλίμονο θεοί σ' αυτούς
που μέσα στις φωτιές και τους καπνούς
δειλιάσουν,απελπιστούν και πουν
πως παραδίδονται
και πως για έννοιες άπιαστες δεν πολεμούν.

Πέμπτη, 15 Ιουλίου 2010

Πάντα ήταν και θα είναι εκεί.

Πάντα ένιωθε μια έλξη ακατανόητη για τις παραλίες . Οχι ομως αυτες με την αμμουδια και τα ‘’οργανωμενα συμφεροντα’’ καποιων. Εκείνες με τη χονδρη πετρα, και τα βράχια γύρω-γύρω. Δεν ήξερε γιατί, ή μάλλον νόμιζε πως δεν ήξερε.Ελεγε στους δικους του παντα εκει να τον πηγαινουν. Ποτε ,με αλλα παιδακια να φτιαχνει καστρα στην αμμουδια. Πολλές φορές μάλιστα πηγαίναν με την παρέα σε εκείνη τη παραλια,Βαλσαμο λεγοταν θυμαμαι, ακόμα και όταν είχε ισχυρό βοριά, όταν η θάλασσα άφριζε και τα κύματα έσκαγαν με δύναμη στα απέναντι βράχια του κόλπου τινάζοντας ψηλά το νερό και το αλισάχνι να παρασύρεται παραπονεμένο προς τη θάλασσα. Μια θάλασσα που από ψηλά, κάτω από τον μεσημεριανό ήλιο, μοιάζει να έχει χιλιάδες αστέρια στην επιφάνειά της, αστέρια που κινούνται συνεχώς. Του άρεσε πολλές φορές να κάθεται σε εκείνο το ψηλό σημείο και να κοιτάει το νερό πριν βουτήξει, παρατηρώντας τις κινήσεις του. Παίζανε θυμάμαι με τα κύματα, καθόντουσαν με τη πλάτη κολλημένη στα βράχια και αφήναν τη θάλασσα να τους χτυπά, να τους πλένει το σώμα, να τους πλένει και την ψυχή. Μέχρι να ματωσουν.Του άρεσε να φοράει μάσκα και να κολυμπάει στα πολύ βαθιά νερά, στα «άπατα». Δεν είχε μάθει να εξισώνει την πίεση στα αυτιά του, δεν έτυχε να του το δείξει κανείς. Μερικές φορές δοκίμασε να βουτήξει βαθιά, προσπαθώντας να μη δώσει σημασία στα σημάδια του πόνου. Δεν κατάφερε να πάει βαθιά. Πόνεσε. Περιόρισε της βουτιές του στα 2-3 μέτρα, πιστεύοντας πως δεν είναι φτιαγμένος για το βυθό. Θυμάμαι σαν τώρα όμως, το πόσο του άρεσε να κοιτάει όχι κάτω, αλλά προς τον ορίζοντα, εκεί που το νερό γινόταν βαθύ μπλε, καθώς και προς την επιφάνεια, εκεί που το νερό γινόταν σαν σπασμένος, κινούμενος καθρέφτης. Στο μπλε ήθελε να χαθεί, να το αφήσει να τον τραβήξει κοντά του. Στο καθρέφτη ήθελε να προσπαθήσει να κοιτάξει μήπως δει κάτι, κάποιο μήνυμα μυστικό, γραμμένο με φως και νερό.Όταν πηγαίναν για μπάνιο με τα αλλα παιδακια ,με το ζορυ εννοειται, επαιρνε τη μασκα ,υποθετικα ,να παει μια βολτα. Σε μια από αυτές τις βόλτες, σταματήσε και εκανε μια βουτιά στα βαθιά,στα λεγομενα ασπρα-μαυρα, στη μέση του πουθενά. Η εικόνα των ηλιαχτίδων που χάνονταν στο χάος τον υπνώτισε. Αποτυπώθηκε στο μυαλό του ανεξίτηλα, όπως το σημάδι με το καυτό σίδερο που έκαναν στους μηρούς των αλόγων στην «άγρια δύση». Σχεδόν ένιωσε το κάψιμο. 5 χρόνια αργότερα, ψαρεύαν φαγκρια στο Ικαριο Πελαγος στη μέση του περάσματος,στον λακκο, στα 300-400 μέτρα νερό. Η θάλασσα ήταν «λάδι» (σπάνιο φαινόμενο) και η ζέστη μεγάλη. Δεν άντεξε τον πειρασμό και βούτηξε. Οι άλλοι φώναζαν μη τον φάει κανένα «τέρας» της θάλασσας. Κοίταξε πάλι τις ηλιαχτίδες προσπαθώντας να δει που κατέληγαν. Ένιωσε ξανά εκείνο το περίεργο συναίσθημα που είχε νιώσει και στο παρελθόν. Ένιωσε σαν μια σταγόνα στον ωκεανό, ένιωσε τη φύση να τον κυκλώνει. Είχε βρει μια πόρτα που οδηγούσε σε έναν άλλο κόσμο. Τι είναι αυτό που τον τραβάει στον αλλιώτικο αυτό κόσμο; Πολλές φορές το σκέφτεται, όχι όταν βουτάει, αλλά όταν κοιτάει τη θάλασσα.

Ένα ταξίδι μη αναστρεψιμο.

Μέχρι να βάλουμε τις στολές οι κινήσεις είναι μηχανικές, ανυπόμονες. Βάζουμε και τα πέδιλα, κοντεύουμε. Μάσκα, ζώνη και φεύγουμε. Κολυμπα για λίγο ανάσκελα χαιρετώντας, καθώς απομακρυνόνται, αυτούς που μένουν πίσω στην ακτή.Αν υπαρχουν.Συνηθως δεν υπαρχει κανεις.Κανεις δεν συμβιβαζεται να περιμενει αυτη την ατερμονη τρελα του...
Γυρνά μπρούμυτα και το ταξίδι αρχίζει. Το πρώτο που βλέπει είναι ο ρηχός βυθός, το πρώτο που ακούει η ησυχία, η ανάσα και η καρδιά του. Απομακρύνεται όχι μόνο από την παραλία, αλλά και από το σύνολο των στοιχείων που αποτελούν την ανθρώπινη φύση του. Ένα κρυφό μέρος του εαυτού του μεγενθύνεται και το υπόλοιπο μικραίνει, σχεδόν εξαφανίζεται. Φτάνει στην περιοχή που θέλει και σταματά. Η εικόνες τον καθηλώνουν, τον μαγεύουν νομίζω. Χαλαρώνει και παίρνει μια τελευταία μεγάλη ανάσα. Γνωρίζει καλά πως το ζευγάρι του θα βρίσκεται στην επιφάνεια και θα τον περιμένει για λόγους ασφάλειας. Έτσι μπορει να χαλαρώσει καλύτερα και να απολαύσει τις βουτιές του. Με τον ίδιο τρόπο θα του το ανταποδώσει και αυτος όταν έρθει η σειρά του να βουτήξει. Η ελεύθερη κατάδυση είναι άθλημα αλλυλεγγυης. Ξεκινάει τη βουτιά με μια λαχτάρα, με μια επιθυμία να δει ξανά το μπλε, να δει ξανά το σπασμένο καθρέφτη της επιφάνειας.Οι βουτιές δεν έχουν στόχο τα ψάρια. Αν ήθελε μόνο τα ψάρια, θα πήγαινε στο ψαράδικο που έχει σίγουρα. Ίσως ποτέ να μη γίνει καλός ψαροντουφεκάς. Γιατί ποτέ δεν θα καταφέρει να δει τα ψάρια σαν μοναδικό στόχο του, δεν νιώθει και πάρα πολύ σαν κυνηγός. Δεν τον νοιάζει αν δε πιάσει ούτε ένα ψάρι. Αν είχε αποκλειστικό στόχο τα ψάρια θα είχε σταματήσει από καιρό να ασχολειται.Η ελεύθερη κατάδυση του δείχνει έναν άλλο κόσμο. Παρατηρει γύρω του και θαυμάζει την υποβρύχια ζωή. Νιώθει μικρός και ασήμαντος.Για να καταλαβει κανεις,αρκει να κοιταξεις μεσα απο ενα αεροπλανο την ωρα που απογειωνεται και να συλλογιστεις πως νιωθεις εκεινη την στιγμη. Νιώθει πολυ άσχημα οπως κινειται σε σχέση με αυτά τα γεμάτα χάρη πλάσματα. Προσπαθει να μάθει τη γλώσσα τους, θέλει να τους μιλήσει. Νιώθει τις αδυναμίες του και τους περιορισμούς του. Η ανάγκη για οξυγόνο τον αναγκάζει να επιστρέφει στην επιφάνεια πιο συχνά από όσο θα ήθελε. Προπονειταιι όσο μπορεί για να γίνει καλύτερος.Υδροβιότερος θα συμπλήρωνα. Προσπαθεί να καταπολεμήσει τις ανθρώπινες αδυναμίες του, τους περιορισμούς του σώματός του να ξεπεράσει, να αποκτήσει περισσότερη υδροβιότητα. Προσπαθεί να επικοινωνήσει με τη θάλασσα καλύτερα. Εκείνη του μιλάει συνέχεια, αυτος όμως νιώθει ανήμπορος να της πει αυτά που θέλει.Έχει νόημα μια τέτοια αναζήτηση; Πιθανότητες επιτυχίας δεν έχει σίγουρα, αυτό το ξέρω. Είναι καταδικασμένος στην αποτυχία. Δεν θα καταφέρει ποτέ, όσο και αν προσπαθει να γίνει ένα με τη θάλασσα. Όμως νόημα έχει σίγουρα. Μέσα από την προσπάθεια αυτή ισορροπει. Καταλαβαίνει καλύτερα το σώμα του, το μυαλό του, τους περιορισμούς του, το ότι είναι ένας κοινός άνθρωπος. Και αυτό σε κάνει καλύτερο άνθρωπο πιστεύω.Όταν βγαίνει από το νερό, είναι διαφορετικός. Θέλει να παραμείνει σιωπηλός, να μην επιστρέψει σε τούτο τον κόσμο, αλλά θέλει και να μοιραστει αυτά που είδε. Αυτά που αισθάνεται όμως είναι δύσκολο να τα πει. Μερικά από αυτά πρέπει να τα νιώσει κανείς για να τα καταλάβει.

Τώρα κατάλαβε.

Πολύ πρόσφατα κατάλαβε ακριβώς γιατί του αρέσουν οι παραλίες με τα ψιλά βότσαλα και τα άγρια βράχια γύρω-γύρω. Και πιστεύω πως για τον ίδιο λόγο άρεσαν και στις παιδικές του παρέες και αρέσουν και τώρα σε πολλούς ανθρώπους άσχετα αν δεν το καταλαβαίνουν. Δεν είναι η έλλειψη του κόσμου αυτή καθεαυτή. Απλά η έλλειψη του κόσμου μεγεθύνει το φαινόμενο λόγω της ησυχίας που επικρατεί συνήθως.Οι ήσυχες αμμουδιές του νότου, σπάνια έχουν κύματα. Μας δείχνουν μια ήπια εικόνα της φύσης. Οι άγριες όμως παραλίες είναι πολύ διαφορετικές. Μας κάνουν να ανοίγουμε περισσότερο τα μάτια και τα αυτιά μας. Μας δείχνουν τη φύση σε όλη της την ένταση και δύναμη. Τα χρώματα στις πέτρες πιο έντονα, οι ήχοι του αέρα και των κυμάτων πιο δυνατοί, το μπλε του νερού βαθύτερο.Τα τοπία αυτά τα ακραία, που μας δείχνουν τα κρυμμένα όρια της φύσης, σε προτρέπουν να εξερευνήσεις και τη δική σου κρυμμένη πλευρά. Είναι σχεδόν μαγικό. Σου ξυπνούν ένα ένστικτο τόσο δυνατό που βασανίζεταιι αν δεν κάνει έστω μια μικρή βουτιά. Μια μικρή βουτιά, ένα μικρό μαγικό ταξίδι που εισαγωγή και επίλογο θα έχει πάντα τους ήχους, τα χρώματα και το άρωμα της θάλασσας.


Εμπνευσμένο και αφιερωμένο στον Κο Παναγιώτη,μεγάλο δάσκαλο της ελεύθερης..
Αφιερωμένο σαυτά τα δυο νησιά που οταν το διαβάζεις σου έρχονται στο νού τα βαθυγάλανα νερά τους....
Την Σαμοθράκη και την Σάμο
Αφιερωμένο σε αυτούς που θέλουν να νιώσουν για μια στιγμή πως αεροβατούν στα όρια αρνητικής και θετικής πλευστότητας...

Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

Πρόσκληση

Λοιπόν με λιτά λόγια προσκαλούμε όποιον-όποια διαβάσει αυτην την πρόσκληση την Παρασκευή 9/07/10 και ώρα 20.30 στο καφενείο "Οι Φίλοι" Κεραμικού και Σαλαμίνος στο Μεταξουργείο,
στο οποίο θα μεταβούμε άπαντες μουτζούρηδες για Ούζο-Μπύρα-Ρακί κλπ.
Θα χαρούμε να τα πούμε και απο κοντά.
Χαίρε.
(6938851433-για τυχόν διευκρινίσεις)

Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2010

ΜΩΑΜΕΘ Ο ΠΟΡΘΗΤΗΣ



Ποθώντας να ξαφνιάσω τον ήλιο,

Ορμήνεψα την πεταλούδα

Χειραγώγησα το στάχυ

Υπαγόρευσα σε κάθε χείμαρρο το νέο ήχο



Θέλησα μες στην έκσταση της ρώμης μου ν' αρπάξω την πορφύρα

Και τα κατάφερα



Τώρα, στριμωγμένος εδώ, δε σέβομαι παρά μόνο το ανυπόταχτο λιβάνι

Τώρα, γυρνώ στα λόγια σου Χριστέ,

Πως η υστεροφημία κάθε αυτοκράτορα χωρά σε μια λακωνική μνεία φεγγαρόφωτος.

γκρί


τώρα βλέπω να συννεφιάζει ξανά

μια συρτή βροχή,αργοκίνητη

σε κάθε μπαλκόνι μια κεραία

σε κάθε κεραία μια σταγόνα

σε κάθε σταγόνα μια προσεχώς πτώση


οι άστεγες μορφές ψάχνουν να κρυφτούν

σε ράδιο-φονικές εκπομπές

σε ηλεκτροφόρες σειρές

σε υπόστεγα-κανάλια

και σε φυλλάδες πλαστικές.


μια τσιμεντένια προτομή εδώ

μια φωτισμένη επιγραφή εκεί

στο ενδιάμεσο χάσμα σιωπής

μια μηχανή-τάσεις φυγής

κόκκινο,πράσινο,πορτοκαλί - φανάρι!


το μίσος τσαλακώνει τις ψυχές.


οι περισπούδαστοι συντονιστές

οι τόσο αφελής συντονισμένοι

αλληλοραίνονται με χώμα συνεχώς

και δυστυχώς η μέρα δεν αργεί

που θα βρεθούν κι οι δυο θαμμένοι.


Δευτέρα, 28 Ιουνίου 2010

τελείες



τελείες,τρύπες,πυροβολισμοί

βολές στο άσπρο μου χαρτί

με διαπερνούν και με ξυπνάνε

κι άλλες φορές στίγματα μαύρα και πηχτά

χαλάνε την όποια καθαρή μου έκταση.


μονές τελείες.

απόλυτες και τελειωτικές

κλείνουν ότι νόημα φαντάζομαι

ότι ιδέα στοχαστώ και

όποια ίχνη έρωτα

κάνουν το λάθος να φανούν,

υπόλογες κι αυτές στο κάθε τέλος.


δύο τελείες..

ανολοκλήρωτες αγάπες

με στοιχειώδεις αντοχές

ελλειμματικά νοήματα και επαφές

που καταλήγουν σε ενοχές

που καταλήγουν σε σκοτάδια

που καταλήγουνε σημάδια

ρημάδια..


τρεις τελείες...

αποσιωπητικές

να σου αφήσω ένα γράμμα στο τραπέζι

κάποια Δευτέρα ή Κυριακή

με τρεις τελείες-προσευχές

για όσα δεν επέτρεψε το χθες

να ελπίσουμε...




Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2010

Φάρμακα

Το όπιο του λαού, η παγκόσμια πρέζα
Αυτό το φάρμακο
Που από μωρά μας ρίξανε στο γάλα
«Προστοζήν»
Σιρόπι φαρμακευτικό λέει καταπολεμά την πείνα
Με αντίτιμο εκατοντάδες χιλιάδες
Εκατομμύρια εκατοντάδες χιλιάδες
Ώρες ζωής
Συχνά και θανάτου
Άλλων.
Οξαποδώ
Έμποροι θανάτου
με όλο σας το στόλο των πολιτικώς ορθών
ντήλερ
Προτιμώ την πείνα να κάνω ποιήματα
Με οδηγό
Μια πινακίδα που αναβοσβήνει κρυφά τις νύχτες
Και δείχνει το δρόμο και τον τρόπο
Χαιράμενη κρυφά την παρολίγο καθεστωτική συνωνυμία
[  Προς το Τζιν ]
–είναι κι αυτό μια μορφή αντίστασης, πώς να το κάνουμε

Δευτέρα, 14 Ιουνίου 2010

Μικρό Αθηναϊκό χαϊκού

Καλή νύχτα
πλέει πήχτρα
η βάρκα μας

Στο τιμόνι
υφαίνει, ξηλώνει
ο θάνατος

Πριν χαράξει
θα 'χει αλλάξει
η ρότα μας

Ζω, πεθαίνω;
δε ρωτώ, ανασαίνω
φεύγοντας

Λειώνει το μπουκάλι
πάσα στο φεγγάρι
το τσιγάρο

Κι αν μακρύνω
τώρα πίνω
τ' άλλα ασήμαντα

Άγχη

Άγχη νεκρών
Θανατερός ο ύπνος ώρες-ώρες
λυσσάω να λιώσω κάτω απ' την κουβέρτα, να χυθώ
κολλώδης πάνω στα γρανάζια του Ρολογιού, να σταματήσει να μην
ξαναξυπνήσω.
Και φουσκώνω τον κίτρινο δειλό χιτώνα μου στον άνεμο
να φρενάρω το τρελό σκυλί που κωλοσέρνει το σαρκίο μου
πάνω από κάθε πέτρα, μέσα σε κάθε λακκούβα
Μες στον ύπνο μόνο τολμώ να ελπίσω
σε ένα ρητό, αδιαπραγμάτευτο τέλος συμπαντικής εξάχνωσης.

Άγχη ζωντανών
Ακόμα και στον ύπνο μισανοίγω και κοιτώ με απέχθεια
το νάιλον ρούχο των εξόδων μου
που πάντα πιστό με γυρίζει πίσω με ασφάλεια
οι ταξιτζήδες το αναγνωρίζουν μες στο σκοτάδι
με σηκώνουν απ' τις γωνιές
και με αφήνουν κάθε ξημέρωμα πάνω στην ίδια πλάκα,
τσαντισμένη
πέφτω μέσα στην τρύπα και κάνω πως κλείνω τα βλέφαρα πάνω απ' τις
φαγωμένες κόγχες.
Αύριο τα πόδια μου μπορεί να με βγάλουν
εκτός πόλης, στα σκονισμένα περίχωρα,
εκεί που δε με ξέρει κανείς
εκεί που δεν θα απορεί κανείς, ελπίζω,
που είμαι τόσο
χλωμή.
Όλοι οι εξαντλημένοι πεζοπόροι είναι χλωμοί.

Espionage

Και οι πιο διάφανές μου σκέψεις ανεπιτυχώς
μασκαρεμένες
ντυμένες κορδέλες κόκκινες,
γυαλιά μεγάλα σαλτιμπάγκου
πάλι σέρνονται απ’ τον αστράγαλο ως δώρα
ζόρικα προσφέρονται ως δώρα
στον εκπαιδευμένο ύπνο σου μάγε
που τυραννάς σοφά όλα τα καντόνια
του κράτους μου

κοιμήσου μάγε
τα όνειρά σου θα με ρουφιανέψουν αποτελεσματικά
κι απόψε
Το παραμιλητό μου γίνεται υγρασία που πέφτει στο χώμα
και φτιάχνει λάσπη
πατάω αφελώς πάνω της κι αφήνω ίχνη
Παραμιλάω αφελώς και γδύνομαι
σκεπάζω με τα εσώρουχα το κίτρινο φεγγάρι
και βγαίνω να κάνω αντίσταση
να γράψω με σπρέυ συνθήματα στους τοίχους
«Αλληλεγγύη σε Μένα!»

Αλίμονο από μένα
δε βλέπω αλυσίδες για να σπάσω
δε βλέπω μαγεία να ξορκίσω
και πώς να εξοριστώ από ‘μένα.

Σάββατο, 12 Ιουνίου 2010

το μπάσο των λυγμών


σ'ενα ποτήρι για κρασί

σ'ενα δοχείο για μελάνι

πουλιά του σκοταδιού

σκαρφαλώνουνε την νύχτα.


οι ώρες είναι αρκετές.

όταν ο χρόνος τινάζεται

ξεδιπλώνει χρόνο

για όλους.


να ακουστεί το κίτρινο

το μπάσο των λυγμών

και της αιώνιας αχλής

το τέλος να βρεθεί .


ειδάλλως έρχονται κραυγές,

έρχονται αποκρουστικές

συνεχόμενες και παρατατικές

καταιγίδες και βροντές...


και για τους ναυαγούς

καμιά σχεδία ή πατρίδα.

-γεράσαμε νωρίς χωρίς ρυτίδα.



Τετάρτη, 2 Ιουνίου 2010

άνοιξη

Photobucket

αποποιούμαι των εννοιών μου
σε φόντο ανοιξιάτικο και μωβ
μ' εναν σάλτο προσγειώνομαι στ' αστέρια
και θα κατέβω μόνο αν ο λόγος είναι σαφής

ανοίξανε ορμητικά οι πόρτες στις αυλές
οι ποιητές σπάσαν τα μελανοδοχεία
και το μελάνι,ελεύθερο πια,γράφει
λέξεις καινούργιες πάνω στο χαρτί

είναι που οι πεταλούδες γίνανε πουλιά
είναι που ότι αφήνεις μέσα στον χώρο
θα σε βρει μέσα στον χρόνο,παρατατικός
και μέλλοντας-έρωτας και το αύριο παρών

σημαδεύω το φεγγάρι με μπογιά,
μέσα στην θάλασσα μαζεύω την αρμύρα,
από τα πρόσωπα που ερωτεύονται συλλέγω φως,
πυροβολώ βραδυφλεγώς την άνοιξη
-χύνεται καλοκαίρι.




Παρασκευή, 28 Μαΐου 2010

Μια Πορνογραφία

                                               ("Une Femme Habitee" by Josephine Sacabo)

Φλυαρία ενός πρώτου ραντεβού, ορνιθοσκαλίζει τη διατεταγμένη σιωπή.
Είναι άραγε το κορμί σου, όπως το βλέπουν όσοι αυνανίζονται τις νύχτες μαζί σου;
Μικρή, σ’ άρεσε να κρυφακούς τα σύννεφα να βροντάνε.
Μ’ ένα σκίτσο στις λευκές κόρες της. Έτσι φαντάστηκε, η νεοσύλλεκτη πόρνη, τον πρώτο πελάτη της, λίγο πριν ανοίξει η πόρτα της κάμαρης.
Μα τι όμορφος! Ο τρόπος που ανοίγεις τα πόδια.

Σιωπή ενός μεσαίου ραντεβού, καταπίνει τη φασαρία των κρεβατιών που τρίζουν.
Αυτοί που χύνουν τις νύχτες, μ’ εσένα στη χούφτα τους, δεν έχουν δει τίποτα.
-Μη! Μην κλείνεις τ’ αυτάκια σου. Μονάχα σύννεφα είναι που βροντάνε.
«Απαίσιο! Καθόλου κολακευτικό!». Δήλωσε η τσατσά και δεν την κοίταξε ποτέ ξανά,
στα μάτια.
Μα τι όμορφος! Ο τρόπος που κλείνεις τα πόδια.


Κραυγές!
Οι οργασμοί που υποκρίνεσαι, η μοναδική μουσική που ‘χω ακούσει.

Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

Ο ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ Τ’ΟΥΡΑΝΟΥ


Ειρωνικότερος κι απ’τα σημεία στίξης, πιο ευέλικτος κι από ‘να νόμισμα, σκληρότερος κι απ’το ίδιο το θέατρο

Φιλόδοξος όσο ένα μελλοντικό μουσείο

Είναι το λούσο δυο ματιών μπροστά απ’το τζάκι, το πείσμα της μελάνης, το μαράζι του ρυακιού

Αυτός που βουτάει στα έγκατα μιας τουλίπας αναζητώντας το μάγμα των χειλιών σου

Είμαι η ροπή των δαχτύλων μου

Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010

Οφθαλμαπάρτυ

Προφανώς, έτσι είναι. Πραγματικότητα μέχρι εκεί που φτάνουν τα μάτια. Όλα καλοβαλμένα, ως και την ευτελή λεπτομέρεια. Δαύτος, ναι αμέ και δαύτος, ένα κομμάτι κρέας να πάλλεται στο tempo. Tempo σιωπηρό, χορευτικό μα και πρωταρχικό. Μαρτυρικά πρωταρχικό. Προφανώς.

Έμεινε τελευταία. Ένα slim τσιγάρο στέκεται καυλωμένο ανάμεσα στα χείλια της. Εκεί, στη μικρή λακκούβα του κάτω χείλους της, το γαμημένο. Ανοίγει το στόμα της. Το τσιγάρο πέφτει στο πάτωμα. Ο καπνός ζωγραφίζει, με διάφανα σπιράλ φαντάσματα, την πτώση. Χάμω τώρα. Μια ευθεία γραμμή καπνού ορειβατεί ως το ταβάνι. Πλησιάζει σε δαύτον. Η τελευταία χειραψία της βραδιάς. Το χέρι ζεσταίνεται για δεύτερα. Φεύγει. Ο υπέροχος κώλος στο ξεκίνημα των ποδιών της κουνιέται στο tempo. Tempo σιωπηρό, χορευτικό μα και πρωταρχικό. Μαρτυρικά πρωταρχικό. Τα κότσια του υποχωρούν, πανηγυρίζοντας διακριτικά, όσο οι σάλπιγγες ανάμεσα στα σκέλια της ψάλλουν το εμβατήριο της υποχώρησης με πάθος. Λες και παίζουν στο Carnegie Hall οι καριόλες. Καλά κάνουν. Είναι κρίμα να νικάς όταν υπάρχει τόσο ωραία μουσική για να χάσεις. Και τώρα μόνος. Τέρμα οι χαιρετούρες. Οφθαλμοφανώς πανομοιότυπες. Σαν την έκθεση απ’ τις φωτοτυπίες των οπισθίων του Δ.Σ. της Α.Ε. με την επωνυμία :“Προτιμότερο να σου βγει τ’ όνομα παρά το επώνυμο αλλά ακόμα καλύτερα να ‘χεις απλά ένα ευφάνταστο παρατσούκλι ” λίγο μετά το launch break και ελάχιστα πριν το meeting που κάνει και δαύτον ν’ απεχθάνεται τη δουλειά του. Προβαρισμένα χαμόγελα ξεσηκωμένα από διαφημίσεις οδοντόκρεμας, υιοθετημένες ατάκες αγνώστου πατρός και «Εις το επανιδείν» ίδια μ’ αυτά που ακούγονται στα προεκλογικά κέντρα λίγο πριν τα exit poll. Α! Και βλέμματα.

Ladies and gents… το reunion μόλις σπαταλήθηκε. Σπαταλήθηκε με τόση δεξιοτεχνία, όση και η 7η ώρα της Παρασκευής: «Οικιακή Οικονομία». Είναι μόνος στο ρημαγμένο σαλόνι του. Οι τοίχοι γεμάτοι από σχολικές φωτογραφίες. Φαίνεται καλή ιδέα ακόμα. Χάμω ένα τσιγάρο slim καπνίζει, πατημασιές που μαρτυρούν πως κανείς δεν ξέρει χορό φαινομενικά, τρίμματα από barbecue chips – μπαγιάτικα σαν τ’ αστεία του προέδρου του δεκαπενταμελούς που ακόμα ζούσε απ’ τη μίζα που ‘χε βγάλει απ’ τα t- shirt της πενταήμερης-, μικρά κοφτερά γυαλιά κι απροσδιόριστες συμπυκνωμένες μπίχλες. Λες και βλέπει στα πλακάκια, να καθρεφτίζεται η φάτσα του 23 χρόνια πριν. Τότε που τα ‘βάζε με την ακμή λίγο πριν το ραντεβού, παλεύοντας να δείχνει δέκα μέρες μεγαλύτερος. Όλα δείχνουν τελείως χάλια. Ανεπανόρθωτα χάλια, σαν τη ψυχολογία της καθηγήτριας ιστορίας τους – που διατηρούσε τη μεγαλύτερη συλλογή από γελοία τικ στη μούρη της- μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι του διαλείμματος ή του επόμενου γύρου σε κάποιο ρινγκ, που όλοι στοιχημάτισαν στο χαμένο εκτός απ’ τον παππού με την αξιαγάμητη γκόμενα στα γόνατά του. Πίνει την τελευταία γουλιά bourbon. Αφήνεται. Σκάει στον τοίχο. Απορυθμίζεται. Το στόμα του εκτοξεύει το bourbon σα ζουληγμένη μπουγελόφατσα. Το bourbon πετά και πέφτει σταγόνα – σταγόνα σαν ανοιξιάτικη, βρώμικη μπόρα. Μια σταγόνα σέρνεται ως την καύτρα του slim τσιγάρου. Το τσιγάρο τσιτσιρίζει. Τσιτσιρίζει ένα tempo. Tempo σιωπηρό, χορευτικό μα και πρωταρχικό. Μαρτυρικά πρωταρχικό.

“What does it matter, a dream of love
Or a dream of lies...
......................
'Cause hell is boiling over
And heaven is full
We're chained to the world
And we all gotta pull”

Το bourbon αρπάζει. Μικρές φωτιές παντού. Τσουρουφλίζουν τα πάντα. Οι φιγούρες στις σχολικές φωτογραφίες ζωντανεύουν. Α! τα βλέμματά τους. Γεμάτα από προσδοκίες που ντόπαραν. Τώρα σοδομίζουν δίχως ίχνος ευχαρίστησης. Ένας – ένας βγαίνουν απ’ τις φωτογραφίες και χάνονται στις φλόγες. Κανείς τους δεν ήρθε σήμερα. Κάποιοι άλλοι ήρθαν που τους έμοιαζαν. Άγνωστοι όλοι. Άλλοι. Το puzzle πρέπει να ήταν λειψό εξ’ αρχής.
Ένα μάτσο click για view σε profiles –ταυτόχρονα και συγχρονισμένα – το εκκωφαντικό χειροκρότημα. Το τσιτσίρισμα έσβησε ανεπαίσθητα.

“And we're all gonna be
...just dirt in the ground”


Σειρήνες. Ήχος πυροσβεστήρα. Ανοίγει τα μάτια. Το ταβάνι καταρρέει. Το φως σκάει μέσα.
Το τελευταίο που είδε : Ένα μίνι ουράνιο τόξο στις αποχρώσεις του γκρι που δεν άρχιζε και δεν κατέληγε πουθενά.
«Ραντεβού στο τέλος του ουράνιου τόξου, εκεί που βρέχει χρώματα, μυρωδιές από αρώματα και ζαχαρωτά φωσφορίζουν το βράδυ φλερτάροντας τις γλώσσες. Εκεί που ζουν τα πρόθυμα κορίτσια και τα ντροπαλά αγόρια. Εκεί. Εκεί που η αγάπη και το μίσος θα γαμηθούν ξανά -παρά την κατακραυγή- κι απ’ την αιμομιξία τους θα εκραγούν και θα σκορπιστούν σε μικρές, απροσδιόριστες, συμπυκνωμένες μπίχλες. Και κάθε φορά που τυχαίνει να κυλιόμαστε στη μπίχλα, «Σ’ ερωτεύομαι» θα σου ψιθυρίζω. Μέχρι να γίνουμε κι εμείς μια απροσδιόριστη, συμπυκνωμένη μπίχλα, χάμω.»

Εμφανώς, έτσι θα είναι. Φαντασίωση μέχρι εκεί που φτάνει η ανάσα. Όλα κακοβγαλμένα, ως και την ευτελή λεπτομέρεια. Δαύτος , ναι αμέ και δαύτος, μια οφθαλμαπάτη με πόδια που έχασε το tempo. Tempo σιωπηρό, χορευτικό μα και πρωταρχικό. Μαρτυρικά πρωταρχικό. Εμφανώς.

Τετάρτη, 12 Μαΐου 2010

η εποχή της διαφθοράς



να αφήσουμε τα όνειρα μας στους τροχούς?
κρυστάλλινες μπαλαρίνες χορεύουν μέσα στα σίδερα,
οι δακρυγόνες αιτίες μόνο σε μεταλλικά μπουκαλάκια
και ο ορίζοντας μακριά όπως πάντα

παντού σημάδια φωτιάς,χάνουμε έδαφος
όσο χαμογελάμε στις φλόγες,χάνουμε έδαφος
μην μου κλείνεις τα μάτια,χάνουμε έδαφος
μείναμε πολλοί-λίγοι,χάνουμε έδαφος

παραιτήθηκε η άνοιξη,τέλος οι αυθορμητισμοί της
και οι αμυγδαλιές καταπίνουν τα θαρραλέα φύλλα τους
αρχίσαμε να συμπαθούμε τους χειμώνες τώρα
παθητικά,σιγά-σιγά,στα σίγουρα

οι νεολαίοι εραστές δεν κοιτάνε ψηλά
χαμηλώνουν το βλέμμα στις σειρήνες των πυροσβεστικών
και λιμνάζουν οι επαναστάσεις στα μυαλά τους
λιμνάζουν οι επαναστάσεις στα μυαλά τους

καπνοί κι αδίστακτοι καιροί για προσευχές
οι ποιητές μετακόμισαν σε άγνωστα κλίματα
μικρά παράθυρα κι αποδημητικά πουλιά.
δειλά μυαλά
στης εποχής τη διαφθορά.

Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

αλάνι

Photobucket
(εμπνευσμένο από το τελευταίο βιβλίο του Nick Cave
"Ο Θάνατος του Μπάνι Μανρό")


στόχος μας είναι να απολαύσετε τα πάντα!
τους γιγάντιους χάρτινους ελέφαντες,
τα πρασινο-κόκκινα χριστουγεννιάτικα ζαχαρωτά,
τα απανωτά "τσίκ" του αναπτήρα πριν το φώς της φλόγας
αλλά και τα άρρυθμα τιτιβίσματα των λερωμένων περιστεριών!

να περπατήσετε νύχτα στο υγρό τσιμέντο του λιμανιού
(χωρίς να έχετε αποφασίσει συγκεκριμένο προορισμό)
ξεφυσώντας άτεχνα κυκλάκια καπνού
από την πιο φτηνή μάρκα τσιγάρων.

μην περιμένετε αστικά λεωφορεία
και καθώς πρέπει λιμουζίνες
με οδηγούς μέσα σε σιδερωμένα πουκάμισα.
-μην περιμένετε τίποτα βασικά!

σκοντάψτε και σωριαστείτε στο έδαφος άφοβα
το πολύ πολύ να ανοίξει καμιά μύτη
ή να σκιστεί κανα χείλος από το πέσιμο
φτύστε ένα "γαμώτο!" και συνεχίστε την βόλτα,ανέμελα.

εκτονωθείτε σεξουαλικά ακόμη και με την πιο μικρή αφορμή
φθηνό ξενοδοχείο,στενή τουαλέτα κοιμητηρίου,σκοτεινή γωνία...
συντονιστείτε στον έμφυτο διονυσιακό σας ρυθμό.

στόχος μας είναι να απολαύσετε τα πάντα!
τους στραπατσαρισμένους λαγούς και τις παιδικές εγκυκλοπαίδειες,
τα τζάμια και τα σπασμένα τζάμια
τα ατυχήματα αλλά και τα ευτυχήματα των ημερών
καθώς και όλα τα τίκ-τάκ των αρρύθμιστων ρολογιών τσέπης.

κι αν μετά από μια πορεία μεθυσμένων βημάτων
βρεθείτε σε μια αίθουσα κυριλέ,που θυμίζει μέγαρο
με θεωρεία,περίτεχνα ταβάνια,βελουτέ κουρτίνες και πολύ κόσμο
ψάξτε το σημείο που θα ακούγεστε καλύτερα
πάρτε μια γερή τζούρα whiskey,
ανάψτε το τελευταίο "Lambert & Butler" του πακέτου
και τραγουδήστε το ωραιότερο κομμάτι σαξοφώνου
μονάχα με το στόμα σας!

"ο κόσμος είναι όντως ένα δύσκολο μέρος για να είναι κανείς καλός Μπάνι!"

Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

IMPROMPTU


Στο αρμονικό καρδιογράφημα ενός πενταγράμμου

Οι κύκνοι συνεχίζουν τις ανιαρές χορογραφίες

Τα κρύσταλλα της βιτρίνας ανταγωνίζονται το ναρκισσισμό των περαστικών

Ώσπου, τα χνώτα ενός ζητιάνου αποκαλύπτουν το χρησμό στο τζάμι

- Όταν η μουσική συμβαίνει, ο Θεός περισσεύει.Ένα πλήκτρο αρκεί-

Ξαφνικά, η ορχιδέα της σοφίτας ψέλνει μ’όλη της τη δύναμη λαϊκοτράγουδα

Η κρούστα της πολιτείας ραγίζει από τα χοροπηδητά των αγγέλων

Στο πάρκο, ένα κορίτσι γδύνεται προκαλώντας την ορμή του ευκάλυπτου

Μια νότα ήταν αρκετή

Για την ονείρωξη του αηδονιού

Πέμπτη, 8 Απριλίου 2010

Πάτσι

(Drawing By Zdzislaw Beksinski)

Τέλος._


[Frame]**Ακίνητο κάδρο. Συμπαγές σκοτάδι, στο χρώμα του άνθρακα. Μπουμπουνητό! Το σκοτάδι σπάζει, τσαλακώνεται σαν καβουρδισμένο αλουμινόχαρτο και τρίζει. Ταρακουνιέται, όπως ένας κάδος απορριμμάτων σε δίαιτα μετά από ελεγχόμενη έκρηξη τρομοκρατικής επίθεσης που είχε προαναγγελθεί στην εφημερίδα “Μεγάλες Ευκαιρίες Χωμένες Σε Μικρές Αγγελίες!” . Ψηφιδωτό σκοτάδι, από τρισεκατομμύρια καπνιστά καρβουνάκια. Το πεφταστέρι ανάβει. Σκαρφαλώνει αργά και καρφιτσώνεται στη θέση του, προσεχτικά. Ένα μάτσο από πρότυπες (καθόλου πρωτότυπες δε) ευχές και παραγγελίες, άπληστων πιτσιρικιών, σιροπιαστών ρομαντικών και ερασιτεχνών τζογαδόρων επιστρέφουν στα υγρά –από τα σάλια- χείλη τους. Ο κεραυνός εκσφενδονίζεται απ’ το τσιμέντο, σκαρφαλώνει σαν κισσός τη νύχτα και χώνεται στα κοκκινωπά σύννεφα –μοιάζουν με πυρκαγιά. Όλα βάφονται μπλε για τόσο δα λίγο –λες και πνίγονται σ’ ένα αυτοσχέδιο Blue Hawaiian, φτιαγμένο απ’ έναν κομπογιαννίτη barman, άθλιο στις συμβουλές που έχουν να κάνουν με γκόμενες, που το παράκανε με το Blue Curacao. Οι καμπουριασμένες λάμπες του πεζοδρομίου τρεμοπαίζουν ναζιάρικα, σαν πόρνες σε πιάτσα μια νύχτα με αναδουλειά κι ανάβουν όπως και τα σκονισμένα κιτς φωτιστικά στα σπίτια κάποιων ξενύχτηδων ή φοβητσιάρηδων. Το ρεύμα γυρνά στις ηλεκτρικές συσκευές ανάβοντας τα λαμπάκια τους. Μερικές τηλεοράσεις ξυπνούν στο telemarketing φωτίζοντας τους λιωμένους τηλεθεατές που κοιμούνται στη γούβα του –γεμάτου από τσιγαρότρυπες- καναπέ. Τα σύγχρονα όργανα γυμναστικής λιγουρεύονται τις μπυροκοιλιές και τα σωσίβια των αποκοιμισμένων τηλεθεατών και τους τηλεφωνούν για να τους πάρουν σε προσφορά και να τους κάνουν φέτες.
    Νερά, σκαρφαλώνουν τα μπουκωμένα φρεάτια και ξαναμπαίνουν στα στραβά αυλάκια του δρόμου. Αργά, είτε πηδούν σε σωλήνες και σέρνονται προς τις ταράτσες είτε ανεβαίνουν μικρές ανηφόρες. Η Γερτρούδη περπατά με την όπισθεν. Το νερό πλατσουρίζει κάτω από τη μπλε γαλότσα της, το πόδι σηκώνεται και κινείται προς τα πίσω. Ύστερα το άλλο πόδι κάνει ένα βήμα πίσω κοκ. Η ζελατίνα από βρωμόνερο που τυλίγει την άσφαλτο ανατριχιάζει. Χιλιάδες μικρές τρίχες νερού ανασηκώνονται, ξεκολλάνε απ' το έδαφος και φτερουγίζουν ψηλά στο σκοτάδι. Γρήγορα μια ολόκληρη βροχή ανεβαίνει προς τον ουρανό σταγόνα-σταγόνα. Ο δρόμος στεγνώνει λίγο-λίγο. Μερικές στάλες βροχής βγαίνουν απ' το βαμβακερό γιακά της Γερτρούδης, αναρριχώνται στο λεπτό λαιμό της, φιλάνε απαλά το μάγουλο της κι αφού της γαργαλήσουν τ’ αυτί πηδάνε και στοιχίζονται με τις υπόλοιπες για να επιστρέψουν στα πυρακτωμένα σύννεφα.

## #_# ###__# Χιόνια // Παράσιτα _##_#_###______#

[Frame]**Ακίνητο κάδρο. Η Γερτρούδη στέκεται όρθια μπροστά στο παντζούρι. Πίσω της ένας στενός διάδρομος κόκκινων πατημασιών από ξεραμένο αίμα. Το πόδι της σηκώνεται. Πατάει μια στραπατσαρισμένη, μουσταρδί γόπα στο πάτωμα με τη γαλότσα της. Σβουρίζει τη μύτη του ποδιού της. Το σηκώνει. Το τσιγάρο κυλινδρικό κι αναμμένο, τώρα. Πετάγεται απ’ το πάτωμα και στέκεται ανάμεσα στα δάχτυλά της. Μια τζούρα καπνός μπαίνει ,αργά, απ’ τις λεπτές σχισμές του παντζουριού. Ανοίγει το στόμα της. Ο καπνός μπαίνει σιγά- σιγά μέσα και κατεβαίνει στα πνευμόνια της. Η Γερτρούδη βάζει το τσιγάρο στο στόμα της ενώ μέσα στα πνευμόνια της ελάχιστα milligram πίσσας και νικοτίνης ξεκολλάνε απ’ τα τοιχώματα κι ενώνονται με τον καπνό που ανεβαίνει προς το στόμα. Η Γερτρούδη ξεφυσά και το τσιγάρο στο στόμα της μακραίνει μερικά χιλιοστά. Μικρά κομματάκια στάχτης ενώνονται στο πάτωμα. Το κομμάτι στάχτης πετά απ’ το πάτωμα. Η Γερτρούδη τινάζει το τσιγάρο κάτω-πάνω κι η στάχτη κολλά στην καύτρα του τσιγάρου. Αραιά πέπλα καπνού κατεβαίνουν απ’ το ταβάνι και γίνονται ξεχειλωμένα στεφάνια. Στενεύουν σε μικρούς κύκλους κι ένας-ένας μπαίνουν στο στόμα της Γερτρούδης. Ο καπνός κατεβαίνει στα πνευμόνια της. Η Γερτρούδη βάζει το τσιγάρο στο στόμα της ενώ μέσα στα πνευμόνια της ελάχιστα milligram πίσσας και νικοτίνης ξεκολλάνε απ’ τα τοιχώματα κι ενώνονται με τον καπνό που ανεβαίνει προς το στόμα. Η Γερτρούδη ξεφυσά και το τσιγάρο στο στόμα της μακραίνει μερικά χιλιοστά. Το τσιγάρο είναι ολόκληρο, τώρα. Πλησιάζει τον αναπτήρα της στην καύτρα του τσιγάρου. Τον ανάβει. Η καύτρα σβήνει. Βάζει το τσιγάρο στο πακέτο μαζί με τα υπόλοιπα.
    Βήματα προς τα πίσω. Πατά ακριβώς πάνω στα κόκκινα αποτυπώματα που έχουν αφήσει οι σόλες της. Το αίμα υγραίνει και κολλά στη σόλα της. Κάθε φορά που σηκώνει το πόδι της μια πατημασιά σβήνει. Πίσω βήματα. Φτάνει στο υπνοδωμάτιο με την πλάτη στο κρεβάτι. Γυρνά 180 μοίρες. Το δωμάτιο γεμάτο αίμα. Το αίμα αρχίζει να κινείται. Μικρά κόκκινα ρυάκια σκαρφαλώνουν το κρεβάτι. Κυλούν ανάποδα στο κορμί του Στέφανου. Φτάνουν στο κεφάλι του. Ο λάκκος στο λαιμό του αδειάζει σταγόνα-σταγόνα απ’ το αίμα που σέρνεται προς το μέτωπό του. Το αίμα μπαίνει στο κεφάλι του απ’ τις δύο συμμετρικές τρύπες -μια στο μέτωπο και μια στο πίσω μέρος του κρανίου του. Ζεστά κομμάτια του μυαλού του είναι κολλημένα στον, γαριασμένο απ' τη νικοτίνη, τοίχο πίσω του. Τα σεντόνια ασπρίζουν σιγά-σιγά όσο το αίμα τρέχει προς τις δύο οπές στο κεφάλι του Στέφανου. Το περίστροφο τινάσσεται απ' το έδαφος και χώνεται στ' αριστερό χέρι της Γερτρούδης. Τα μαλακά κομμάτια μυαλού, μαζί με μπόλικο αίμα, αποκολλούνται απ’ τον τοίχο και συμπιέζονται σε μια χοντρή γραμμή (σα μακρουλή σεφταλιά) στον αέρα. Η σφαίρα ξεσφηνώνεται απ’ τον τοίχο. Κομμάτια σοβά σηκώνονται απ’ το έδαφος και κλείνουν την τρύπα στον τοίχο. Η σφαίρα ανακατεύεται με τη ζεστή, μαλακιά κι ελαστική γραμμή από εγκεφαλικό κρέας. Η γραμμή χώνεται στο κεφάλι του Στέφανου απ' την τρύπα που βρίσκεται στο πίσω μέρος του κρανίου του. Ένα κομμάτι με μια στρώση κρέας, μια στρώση δέρμα και μπόλικες μικρές τρίχες έρχεται κι εφαρμόζει πλήρως στην οπή του κρανίου και την κλείνει. Το μυαλό τοποθετείται ταχύτατα στη θέση του. Η καρδιά του Στέφανού χτυπά. Η σφαίρα βγαίνει, ανάποδα, απ’ την τρύπα στο μέτωπό του μαζί με λίγο δέρμα που κλείνει κι αυτή την οπή. Η καρδιά του χτυπά ξέφρενα. Μπουμπ! Ακούγεται ο πυροβολισμός. Η σφαίρα γυρνά αστραπιαία στην κάνη του περίστροφου μαζί με καπνό και σπίθες. Μπαίνει με φόρα πίσω στο μύλο που γυρνά αριστερόστροφα μια θέση. Η Γερτρούδη αφήνει τη σκανδάλη. Τα μάτια του Στέφανου ανοίγουν.
-Εμείς… Ποτέ. Απαντά γλυκά ο Στέφανος.
-Τελευταία φορά. Πάτσι; Του φωνάζει η Γερτρούδη, με τις φλέβες της να πάλλονται πεταγμένες σαν ανάγλυφα σχέδια στο λευκό της δέρμα.

## #_# ###__# Χιόνια // Παράσιτα _##_#_###______#

[Frame]**Ακίνητο κάδρο. Η Γερτρούδη κάθεται απέναντι στον καθρέφτη άψογα μακιγιαρισμένη. Οι κόρες των ματιών της σε συστολή. Σκύβει. Η μύτη της ακουμπά ελαφρά το ξύλινο πάγκο. Μικροί άσπροι κόκκοι πέφτουν απ’ τη μύτη της. Σχηματίζει μια λεπτή γραμμή από κόκα. Σηκώνεται. Οι κόρες των ματιών της ελαφρά μεγαλωμένες. Πιάνει το κραγιόν. Το πλησιάζει στα χείλη της. Το ακουμπά απαλά πάνω τους. Το κάνει έναν κύκλο. Το σκούρο μπλε φεύγει κι αφήνει τη θέση του στο φυσικό αχνό ροζ. Η μύτη του κραγιόν μακραίνει ελάχιστα. Παίρνει το παχύ πινέλο. Το παίζει στα μάγουλά της και το ρουζ φεύγει αργά. Με το μικρό μολύβι διαγράφει το περίγραμμα των ματιών της. Η έντονη μαύρη γραμμή χάνεται και το περίγραμμα των ματιών της μικραίνει.

## #_# ###__# Χιόνια // Παράσιτα _##_#_###______#

[Frame]**Ακίνητο κάδρο. Κλίνη νοσοκομείου. Η Γερτρούδη ξαπλωμένη. Μια ισχνή υγρή γραμμή ξεκινά απ’ το αριστερό της μάτι και καταλήγει σ’ ένα δάκρυ. Η αλμυρή γραμμή γυρνά σα λάστιχο πίσω στο μάτι της. Στέκεται εκεί. Το μάτι στεγνώνει αργά. Ένας νεογέννητος μπόμπιρας κλαίει στο διπλανό θάλαμο. Ο γιατρός πλησιάζει με την πλάτη προς το μέρος της. Γυρνάει προς εκείνη. Το κεφάλι του είναι κατεβασμένο. Το σηκώνει. «Η ψυχολόγος μας θα σας βοηθήσει να συνέλθετε απ’ το σοκ.» καταλήγει και μια γερή δόση σάλιου, ανεβαίνει μ’ ένα γδούπο απ’ το λάρυγγά του κι επιστρέφει στο στόμα του για ν’ απορροφηθεί από τους σιελογόνους αδένες του. «Λυπάμαι» λέει με μια δόση απογοήτευσης. «Κάναμε ό,τι ήταν δυνατόν.» λέει με σιγουριά. «Ευτυχώς δεν υπάρχουν βλάβες στη μήτρα. Θα μπορέσετε να κυοφορήσετε κανονικά και πάλι.» προσθέτει με μια δόση απαισιοδοξίας. «Το παιδί χάθηκε, δυστυχώς!» απαντά ο γιατρός. «Πείτε μου γιατρέ!?» ρωτάει η Γερτρούδη με αγωνία. Ο γιατρός απομακρύνεται με την όπισθεν, κάνοντας γοργά πίσω βήματα. Τα μάτια της Γερτρούδης κλείνουν αργά. Αποκοιμιέται.
    Στο διπλανό θάλαμο ο μπόμπιρας σταματά να κλαίει. Τον κρατά ο γυναικολόγος. Ένα μικρό κομμάτι ομφάλιου λώρου κρέμεται στην κοιλιά του. Το κομμάτι τεντώνεται κι ενώνεται με το υπόλοιπο κομμάτι που ξεκινά απ’ τη μάνα του. Η μαία ανοιγοκλείνει το ψαλίδι κι ομφάλιος λώρος ενώνεται. Ο γυναικολόγος πλησιάζει τα ανοιχτά πόδια της μάνας. Με προσοχή, σπρώχνει αργά το μπόμπιρα πίσω στο ξεχειλωμένο μουνί της μάνας του. Το κεφάλι του ίσα που φαίνεται. «Σπρώξε» φωνάζει στη μάνα, «Να! αρχίζει και βγαίνει!».

## #_# ###__# Χιόνια // Παράσιτα _##_#_###______#

[Frame]**Ακίνητο κάδρο. Η Γερτρούδη κουλουριασμένη στο πάτωμα. Το κορμί της έχει μελανιές και γρατζουνιές. Το πρόσωπό της είναι γεμάτο παχύρευστα χύσια που βρωμοκοπούν μπαγιάτικο ψάρι. Ανάμεσα στα πόδια της μια μικρή λίμνη από αίμα και κολπικά υγρά. Μικρές σταγόνες αρχίζουν και πετάγονται απ’ την κόκκινη λιμνούλα και μπαίνουν στο ξεσκισμένο, τριχωτό μουνί της. Η Γερτρούδη εκτινάσσεται απ’ το πάτωμα. Τα μαλλιά της μπλέκονται στο χέρι του Στέφανου. Το άλλο του χέρι χτυπά στο πρόσωπό της και φεύγει με περισσότερη φόρα. Η μελανιά στο μάγουλό της εξαφανίζεται. Τα πηχτά χύσια ξεκολλάνε απ’ τη φάτσα της. Πετάγονται άτσαλα. Χώνονται στο μικρό στοματάκι του κατακόκκινου πουτσοκέφαλου του Στέφανου. Κάτω- πάνω ο Στέφανος παίζει το καυλί του. Σπαρταράει. Όλα τα χύσια έχουν ξαναμπεί μέσα. Σηκώνει τη Γερτρούδη κι αυτή γυρνά και κολλά με τη μάπα στον τοίχο. Βάζει τον πούτσο του μέσα της. Βγαίνει και μπαίνει με λύσσα. Σπρώχνει με όση δύναμη έχει. Σπαρταράει κι εκείνη. Το μουνί της στεγνώνει όσο μπαινοβγαίνει μέσα της καυλωμένος όλο και με λιγότερη δύναμη.
- Εμείς ποτέ!! Του ουρλιάζει καυλωμένη και οργισμένη η Γερτρούδη!
- Πάτσι; Τη ρωτά με το που τον μπήγει ανάμεσα στα μουνόχειλά της.
Βγάζει το πουλί του έξω. Το μουνί της, τελείως, στεγνό Ανεβάζει γρήγορα την κιλότα της. Κουμπώνει το παντελόνι του. Την αφήνει. Γυρνά και τον κοιτά. Γελάει.
-Τι να γαμήσεις ρε ε; Με γαμούν πολύ καλύτερα! Του φωνάζει ειρωνικά.
-Ήρθα για γαμησάκι! Λέει ψύχραιμα ο Στέφανος και πλησιάζει.
-Πως βρέθηκες εδώ; Ουρλιάζει ξαφνιασμένη η Γερτρούδη.
Κοιτάζει το Στέφανο με έκπληξη. Με την όπισθεν επιστρέφει στο μπάνιο. Ανοίγει τον κάδο. Ένα τεστ εγκυμοσύνης βγαίνει μέσα απ’ τα κωλόχαρτα με τα σκατά και πάει στο χέρι της. Το κοιτά. Χαμογελά. Η κόκκινη γραμμή που σημαίνει «έγκυος» αρχίζει και χάνεται αργά. Σοβαρεύει. Πατάει το καζανάκι. Νερά βγαίνουν από μέσα μαζί με λίγο σκούρο κάτουρο. Κάθεται στη λεκάνη. Βάζει το τεστ από κάτω της. Το κάτουρο βγαίνει απ’ το νερό και σχηματίζει μια λεπτή γραμμή. Μπαίνει, γρήγορα, στην ουρήθρα της.

## #_# ###__# Χιόνια // Παράσιτα _##_#_###______#

[Frame]**Ακίνητο κάδρο. Ο Στέφανος και η Γερτρούδη αγκαλιασμένοι. Ο Στέφανος την αφήνει. Είναι λουσμένος από ένα αυτοσχέδιο αυτοσχέδιο Blue Hawaiian, φτιαγμένο απ’ τον κομπογιαννίτη barman, άθλιο στις συμβουλές που έχουν να κάνουν με γκόμενες, που το παράκανε με το Blue Curacao.
-Εμείς ποτέ! Απαντά χαμογελώντας με μια δόση τσαχπινιάς ,στην άκρη των χειλιών της, η Γερτρούδη!
-Πάτσι; Τη ρωτά με το ,μουσκεμένο από Blue Curacao, σηκωμένο φρύδι του ο Στέφανος.
Το ποτό, μαζί με το θρυμματισμένο πάγο, φεύγει από πάνω του κι επιστρέφει στο φανταχτερό ποτήρι της Γερτρούδης. Ο Στέφανος απομακρύνεται με πίσω βήματα. Το βινύλιο στο πικ-απ γυρίζει ανάποδα. Η βελόνα γρατζουνά το δίσκο που γυρνά με την αντίθετη φορά.


Ο Στέφανος φτάνει στο bar και κάθεται. Βάζει το ποτήρι με το whiskey στο στόμα. Δυο γουλιές χύνονται απ’ το στόμα του στο ποτήρι. Η στάθμη του whiskey ανεβαίνει δυο εκατοστά.
-Νομίζω πως είναι καλύτερα να της μιλήσεις! Του λέει, βέβαιος, ο κομπογιαννίτης barman.
-Τι λες εσύ; Ρωτά ο Στέφανος.
Ο κομπογιαννίτης barman πλησιάζει το πικ-απ. Σηκώνει τη βελόνα. Βγάζει το “Empty Spaces” των Pink Floyd και το βάζει στη θήκη του. Επιστρέφει προς τον Στέφανο.
-Pink Floyd σίγουρα! Επικροτεί ο Στέφανος.
-Δε σε βλέπω καλά. Θα βάλω Pink Floyd που γουστάρεις, μπας και κλείσω και νωρίς απόψε. Προτείνει ο κομπογιαννίτης barman στο φίλο του.
Το whiskey πετάγεται απ’ το ποτήρι και μπαίνει πίσω στο μπουκάλι. Ο κομπογιαννίτης barman παίρνει το ποτήρι. «Το δικό μου!» λέει ο Στέφανος στο κομπογιαννίτη barman. Σηκώνεται και με πίσω βήματα πάει προς την πόρτα του bar. Δεν περίμενε να την ξαναδεί μετά από όλα αυτά. Με έκπληξη βλέπει πως είναι κι η Γερτρούδη στο bar. Ρίχνει μια ματιά τριγύρω. Η πόρτα πίσω του ανοίγει μόνη της. Με πίσω βήματα βγαίνει έξω. Η ταμπέλα αναβοσβήνει ενοχλητικά “Comfortably Numb Bar and only Bar”.

## #_# ###__# Χιόνια // Παράσιτα _##_#_###______#

Τρίτη, 23 Μαρτίου 2010

τα κορίτσια του Τζέρσευ

(ιδανικό soundtrack για την ανάγνωση : Tom Waits - Jersey Girl)

είναι μόνο τα κορίτσια από το Τζερσευ
που ξέρουν να πετάνε κομφετί στον αέρα
τις στιγμές των απρόσμενων αιτίων χαράς


τις χειμωνιάτικες νύχτες καβαλάνε τα τρένα
αφήνονται στα αχόρταγα μάτια του φεγγαριού
και μες στους κρατήρες κρύβουν τα μυστικά τους


όταν τα αγόρια πέφτουν με φόρα πάνω τους
χαμογελάνε πονηρά στους περαστικούς,
χορεύουν κάτω από τις κίτρινες λάμπες του Τρέντον.


συνήθως τα φουστάνια τους τα δένουν στο λαιμό
φορούν σατέν κορδέλες στα μαλλιά τους
κι ένα άρωμα φθηνό και τολμηρό πολύ


αν χαθείς στο σκοτάδι της πόλης το βράδυ
θα δεις ότι είναι αυτά τα κορίτσια που βάζουν τις φωτιές
σ' όλα τα σβηστά κεριά των κλειστών εστιατορίων


κι όταν τα κορίτσια του Τζέρσευ βάλουν την πόλη για ύπνο
ένα κομμάτι παραδείσου ξεκολλάει απ τον ουρανό
και αργοπέφτει σαν ξερό φύλλο δέντρου στα μαλλιά τους.

Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2010

Αμπαλάζ

(painting: "Fulfillment" by Gustav Klimt)

Ας αγκαλιαστούμε με προσοχή.


                                                                                                    -Κι αν σπάσεις; Κι αν τσαλακωθώ;


                                      Τρόπος:
                                      Οι προσόψεις των κορμιών μας να είναι σε επαφή. Το μάγουλό μου να κλέβει λίγο-λίγο τη ντροπή του δικού σου –δυο άχαρες πασπαλιές από ρουζ-



                                                                                           Ας γίνει το εξής:
                                                                        Θα κρατήσω την ανάσα μου.
                                                               Εσύ θα ξεφυσάς όπως γουστάρεις.
                                                            Η αναπνοή σου θα δίνει δύναμη και θα πηγαίνουμε προς τα πίσω σου ή προς τα μπροστά μου (όπως το δει ο καθένας) , σαν ανεμόπλοιο .


             Αμπαλάζ. Είμαστε σαν αμπαλάζ.
                                Αμπαλάζ παιδικού δώρου!


                                       -Κοίτα τα σύννεφα. Είναι από μαλλί της γριάς. Τι θες; Άσπρο ή ροζ; Πάρε ροζ .



                                                                                       Αμπαλάζ. Είμαστε σαν αμπαλάζ.
                                                                  Αμπαλάζ παιδικού δώρου.



Μ’ αρέσει όταν είμαστε αγκαλιά. Οι καρδιές μας είναι δίπλα. Οι παλμοί κυματίζουν στα στήθια μας, σαν αναταράξεις από δυο κέρματα ονειροπόλων που βούτηξαν στη λίμνη της πονηρής τσιγγάνας που τα κλέβει για να μπορέσουν τα όνειρα του ενός κέρματος ν’ αντικατοπτριστούν στην επιφάνεια. Κοίτα πως συγκρούονται οι αναταράξεις! Διαλύονται.



                                       Να με συγχωρείς όμως. Δε μπορώ να κρατήσω την ανάσα μου άλλο.
Το ξέρω. Αν ξεφυσάμε κι οι δύο θα μένουμε πάντα εδώ. Κι αυτό το μαλλί της γριάς…
Λιγώσαμε.



         Αμπαλάζ.
Αμπαλάζ παιδικού δώρου. Φοβάμαι πως το αμπαλάζ παιδικού δώρου, σκίζεται πρώτο στη σειρά.

                                             Μη με παρεξηγείς. Πάντα φοβάμαι τις αγκαλιές.


Φοβάμαι που δε βλέπω τα μάτια σου.
Φοβάμαι μην τα κρατάς ανοιχτά εσύ κι εγώ κλειστά και τούμπαλιν. Μην αντικρίσουμε, όσα είναι αλυσοδεμένα στις ράχες μας.Μην κοιτάμε πέρα μακριά. Μην.

Πέμπτη, 11 Μαρτίου 2010

Αντάρτες



Ξαφνικά, οι πατημασιές των αλόγων

Σκεπάζουν τις ενοχικές ρυτίδες του ορίζοντα.

Το παντζούρι ακούει.

Καθηλωτικός, ο φράχτης ξεγυμνώνεται

Μια καρέκλα θριαμβολογεί, περήφανη που ένιωσε βάρκα.

Το παντζούρι κοιτάζει.

Η μουσμουλιά ξεπουλάει το χρυσάφι του κήπου

Για μια βόλτα πάνω στην άμαξα του απογεύματος.

Το δάχτυλο του αμαξά σχεδιάζει την ανάμνηση.

Το παντζούρι σωπαίνει.

Πέρα από τις στέγες, μια έρημος φτερουγίζει ακόμα.