Δευτέρα, 14 Ιουνίου 2010

Άγχη

Άγχη νεκρών
Θανατερός ο ύπνος ώρες-ώρες
λυσσάω να λιώσω κάτω απ' την κουβέρτα, να χυθώ
κολλώδης πάνω στα γρανάζια του Ρολογιού, να σταματήσει να μην
ξαναξυπνήσω.
Και φουσκώνω τον κίτρινο δειλό χιτώνα μου στον άνεμο
να φρενάρω το τρελό σκυλί που κωλοσέρνει το σαρκίο μου
πάνω από κάθε πέτρα, μέσα σε κάθε λακκούβα
Μες στον ύπνο μόνο τολμώ να ελπίσω
σε ένα ρητό, αδιαπραγμάτευτο τέλος συμπαντικής εξάχνωσης.

Άγχη ζωντανών
Ακόμα και στον ύπνο μισανοίγω και κοιτώ με απέχθεια
το νάιλον ρούχο των εξόδων μου
που πάντα πιστό με γυρίζει πίσω με ασφάλεια
οι ταξιτζήδες το αναγνωρίζουν μες στο σκοτάδι
με σηκώνουν απ' τις γωνιές
και με αφήνουν κάθε ξημέρωμα πάνω στην ίδια πλάκα,
τσαντισμένη
πέφτω μέσα στην τρύπα και κάνω πως κλείνω τα βλέφαρα πάνω απ' τις
φαγωμένες κόγχες.
Αύριο τα πόδια μου μπορεί να με βγάλουν
εκτός πόλης, στα σκονισμένα περίχωρα,
εκεί που δε με ξέρει κανείς
εκεί που δεν θα απορεί κανείς, ελπίζω,
που είμαι τόσο
χλωμή.
Όλοι οι εξαντλημένοι πεζοπόροι είναι χλωμοί.

Δεν υπάρχουν σχόλια: