Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2009

Πουρμπουάρ




Ο κάδος με τα βρομόνερα αναποδογύρισε απότομα και μια κεχριμπαρένια ρωγμή έσπασε τον ουρανό σε χιλιάδες μικρά κομμάτια καθρέφτη που έπεφταν σαν ξυράφια. Κοίταξε ψηλά ίσα να γίνει μούσκεμα η μούρη του. Την κατέβασε και στράβωσε το καπέλο του. Το τσιγάρο του σούρωσε σαν τσουτσούνι σε παγωμένο ντους. Είναι από εκείνες τις νύχτες που νιώθεις σαν τον peter sellers ,στην πρώτη ταινία του Murphy για την εφαρμογή της νομοθεσίας του. Ένα κατουρλί φως κυλιόταν στο μουσκεμένο τσιμέντο. Οι λακούβες έμοιαζαν με ουλές ατζαμή αυτόχειρα. Γέμιζαν σαν κανάτες μ’ όλη τη μπίχλα ώστε να μπορείς να καθρεφτίσεις τη φάτσα σου. Αυτό το κατουρένιο φως ερχόταν από μια πόρτα ακόμα πιο χάμω. Θα μπορούσε να πειστεί - αν δεν ήταν σε δύσκολη θέση - πως ήταν απ’ το βόθρο ή από κάποια περίεργη κοπρολαγνική τελετή απ’ αυτές που γίνονται στους υπόνομους και να προσπεράσει βιαστικά. Αλλά ήταν σε δύσκολη θέση και η φαφούτα ταμπέλα νέον το έλεγε καθαρά: “In ita ion to t e l es”. Εντάξει, δεν το έλεγε καθαρά η γαμημένη αλλά κάθε τόσο τα χαλασμένα γράμματα αναβόσβηναν και αν είχες λίγο υπομονή, θα ‘βλεπες να γράφει : “Invitation to the blues” χωρίς να ‘σαι σίγουρος, ωστόσο.
Κατέβηκε τρία σκαλιά και μπήκε στο ημιυπόγειο bar. Ρύθμισε το καπέλο χαμηλά, να μην φαίνονται τα μούτρα του και κάθισε σε μια γωνιά. Μια καρικατούρα, βίαζε τα πλήκτρα του πιάνο, σαμποτάροντας τα πνευστά του Dizzy Gillespie που είχε δειλά επιστρατεύσει ένα παλιομοδίτικο jukebox ζητιανεύοντας λίγα κάλπικα, έστω, κέρματα. Κάθισε σε μια σκοτεινή γωνιά στο bar στάζοντας νερά γεμάτα ρυπαρές σκοτούρες. Θα είχαν περάσει τρεις μούτζες λεπτά, μιας κι είχε στεγνώσει πλήρως όταν έφτασε. Πρώτα είδε τα πόδια της. Ήταν ξυπόλητη και τα νύχια της ήταν ελαφρώς απεριποίητα. Οι γάμπες της ήταν σαν καλοσχεδιασμένες στήλες του Gaudi και για να πας πιο πάνω χρειάζεται να έχεις κάποιο λεξικό ομορφιάς για να την περιγράψεις περίπου. Είχε αυτό το τσαχπίνικο, αυθάδικο και αλήτικο βλέμμα με δυο μεζούρες νάζι που πάει στα κορίτσια όπως και το πιπέρι στο Bloody Mary.
«Θα παραγγείλεις;» του είπε. Το άκουσε σα να είναι κάποιο απ’ τα ποιήματα του Rimbaud που ξέσκισε και μασούλησε ο Verlaine . Άνοιξε τον κατάλογο. Έριξε μια γρήγορη ματιά στις κόκκινες μπύρες. Μια λεγόταν “Kwaκ” και θα έκοβε το πουλί του, πως δεν είχαν ξανασυναντηθεί. Αλλά δε γαμιέται; Θα έκοβε το πουλί του για οτιδήποτε. Δίπλα έγραφε με ένα ταλαιπωρημένο μολύβι που μάλλον έσπαγε τη μύτη του σαν τον Balboa: «Σερβίρεται κατόπιν συνεννοήσεως».

(Η συνέχεια στο link "Διαβάστε περισσότερα" από κάτω. Άραγε τι πουρμπουάρ θα της αφήσει για την εξυπηρέτηση;)


-Αυτή θέλω. Είπε προσπαθώντας να φανεί αποφασισμένος.
-Εκεί έπεσε το μάτι σου; Και μια πινελιά χαμόγελο στη δεξιά πλευρά των χειλιών της.
-Ναι. Περισσότερο ψάχνω να συνεννοηθώ αντί να πιω.
-Ας συνεννοηθούμε τότε.
-Ακούω.
-Βγάλε το παπούτσι σου!
-Τσου!
-Κοίταξε να δεις μάγκα μου, αυτή είναι η παράδοση. Το ποτήρι είναι κρυστάλλινο, κοστίζει 23 γκαφρά και πρέπει να δώσεις ενέχυρο το ένα σου παπούτσι. Αν επιστρέψεις το ποτήρι ατόφιο έχει καλώς, αλλιώς θα φύγεις σταχτοπούτα από δω χάμω.

Έβγαλε το παπούστι και το έδωσε. Το ρίσκαρε 50-50 αλλά τελικά έπεσε στην τρύπια κάλτσα. Το μεγάλο του δάχτυλο χρειαζόταν λίγο αέρα είναι η αλήθεια. Την είδε να παίρνει το κρυστάλλινο ποτήρι. Τράβηξε το μοχλό και το βαρέλι άρχισε να ξερνάει καθαρό κόκκινο, από ‘κείνο το αμαρτωλό κραγιόν που χρησιμοποιούν οι επικηρυγμένες γκόμενες, στους γιακάδες των ταλαιπωρημένων μπερμπάντηδων. Ο αφρός άρχισε να χύνεται πηχτός πάνω στο ποτήρι που είχε ξεχειλίσει όπως οι κόρες των ματιών του. Με τη γλώσσα της μάζεψε τους αφρούς και με το μεσαίο της δάχτυλο πέρασε το χείλος του ποτηριού που άρχισε να τρέμει, ουρλιάζοντας έναν ατσάλινο ήχο τόσο εύθραυστο όσο η φυσαρμόνικα κάποιου ξεβράκωτου μοναχικού cowboy την πανσέληνο. Τα τύμπανα στα αυτιά του λιποθύμησαν.Την είδε να γλύφει τον αφρό από το μεσαίο της δάχτυλο. Η μπύρα έφτασε. Ήπιε δυο κόκκινες γουλιές. Σηκώθηκε. Πήγε στο jukebox. Έβγαλε το τεμπέλικο ρολόι του και το πέταξε μέσα. Το jukebox στραβοκατάπιε και τελικά με δυο σκαμπίλια στην πλάτη κι έναν νονό έφτυσε το τραγούδι:

“Well she's up against the register
with an apron and a spatula
with yesterday's deliveries
and the tickets for the bachelors
she's a moving violation
from her conk down to her shoes
but it's just an invitation to the blues”

Επέστρεψε στη μπύρα του. Την κοιτούσε μαντεύοντας. Είχε αρχίσει να στάζει απ’ το ταβάνι του bar. Λες κι ένα ακόμη ρεμάλι την έπαιζε ψηλά για πάρτυ της κι έχυνε ασταμάτητα. Αλλά πάλι δεν ξέρεις. Ίσως κάποιος να ‘κλαιγε για δαύτη και τα δάκρυα του την έψαχναν. Ίσως ήταν κι εκείνη μια Lolita σε audition του Kubrick εκείνη τη νύχτα. Σίγουρα θα της άρεσαν κι εκείνης οι τσόντες με υπόθεση και σίγουρα θα της είχαν αθετήσει μια βαρυσήμαντη υπόσχεση . Κι αν εκείνος ήταν το κρατούμενο (μιας πρόσθεσης) που ξεχάστηκε στο πρόχειρο γιατί το αποτέλεσμα ήταν βολικό χωρίς την αφεντιά του, εκείνη ήταν μια ακολουθία Fibbonachi. Κι η μπύρα κατέβαινε και το jukebox έφτυνε:

"and you feel just like Cagney
looks like Rita Hayworth
at the counter of the Schwab's Drugstore
you wonder if she might be single
she's a loner likes to mingle
got to be patient and pick up a clue


she says howyougonnalikem,
over medium or scrambled
anyways the only way
be careful not to gamble
on a guy with a suitcase
and a ticket gettin out of here
it's a tired bus station
and an old pair of shoes
but it ain't nothin but an
invitation to the blues"

 
Ζήλευε να τη βλέπει να χαμογέλα στους πελάτες. Την έβλεπε να καθρεφτίζεται στα χρυσά δόντια τους και ήθελε να της πεί πως ήταν ένα ακόμα κόσμημα, κι άλλα τέτοια νόστιμα. Τα αυτόγραφά της θα ‘ταν πρόστιμα και δεν είχε πλέον πρόσχημα να της ριχτεί. Μα ίσως να μην ήταν μόνη. Ίσως μετά να μάζευε όλα τα πουρμπουάρ και να πήγαινε σε κάποιον γόη να πηδηχτούν ανεπανάληπτα. Αυτή η σκέψη τον εξόργιζε κι αυτή η παλιατζούρα χώνευε το ρολόι του :
 
“but you can't take your eyes off her
get another cup of java
and it's just the way she pours it for you
jokin with the customers
and it's mercy mercy Mr. Percy
there ain't nothin back in Jersey
but a broken down jalopy of a
man I left behind
and a dream that I was chasin
and a battle with the booze
and an open invitation to the blues”

Τα βλέφαρα του είχαν μεθύσει και με το ζόρι στέκονταν όρθια. Σκεφτόταν να ρίξει τη ζαριά κι ας ήταν η νύχτα φτιαγμένη γι ασσό-δυο. Ο πατέρας της θα τη μεγάλωνε ποθώντας την και ίσως κάποιος την είχε πληγώσει κάποτε. Ίσως είχε πιάσει στα πράσα κάποιον μαλάκα με την καλύτερη της φίλη ή ίσως δεν την ένοιαζαν όλα αυτά. Δεν την ένοιαζε τίποτα. Ήταν απλά εκεί. Εκεί να σερβίρει ξεχασμένα μπακούρια, να εμπνέει αγύρτες, να βάζει φωτιές σε αρχαίες πόλεις.Ένας ακόμη λόγος να παραγγέλνεις συνέχεια μια νέα νύχτα κι ένα νέο ξημέρωμα. Κι αυτό το jukebox…:
 
"but she's had a sugar daddy
and a candy apple caddy
and a bank account and everything
accustom to the finer things
he probably left her for a socialite and
he didn't love her cept at night
and then he's drunk and never
even told her that he cared
So they took the registration
and the car keys and her shoes
and left her with an invitation
to the blues"

  Μάλλον έξω θα ξημέρωνε. Τη φώναξε. Άρχισε να ψάχνει τις τσέπες του πασπατεύοντας την φτηνή φόδρα σα να πασπατεύει τους γλουτούς της. Το ποτήρι ήταν ευτυχώς ατόφιο. Έβγαλε ένα στραπατσαρισμένο χαρτονόμισμα. Το άφησε στο τραπέζι μαζί με λίγα ψιλά για πουρμπουάρ. Εκείνη πλησίασε και τον κοίταξε. Αυτός σήκωσε το καπέλο του. Την κοιτούσε σα χαμένος. Εκείνη μάζεψε τα ψιλά και το χαρτονόμισμα. Του έγνεψε να πλησιάσει να του πει κάτι στο αυτί. Εκείνος σηκώθηκε ατσούμπαλα. Το τραπέζι τραντάχτηκε. Το ποτήρι χόρεψε για λίγο και μετά έγινε χιλιάδες κομμάτια κρύσταλλο. Εκείνη χαμογέλασε πονηρά. Άρπαξε τη γραβάτα του. « Δεν ήταν αρκετό το πουρμπουάρ μάγκα!» είπε απλά και τον άφησε να πέσει πίσω στην καρέκλα του. Το jukebox είχε αρχίσει να βήχει.
  Όταν βγήκε είχε αρχίσει να ξημερώνει. Η κάλτσα του είχε γίνει μούσκεμα ενώ περπατούσε  κουτσαίνοντας μ' ένα παπούτσι. Τα παραμύθια έχουν και μια άλλη πλευρά σκέφτηκε. Η σταχτοπούτα θα περπατούσε χειρότερα με ένα δεκάποντο κι αυτό ήταν μια παρηγοριά. Πήγε απέναντι απ' το bar σε μια στάση λεωφορείου. Κάθισε στο παγκάκι και περίμενε. Λίγη ώρα μετά βγήκε κι εκείνη. Τον είδε απέναντι. Κρατούσε το ένα παπούτσι του. Ήταν ξυπόλητη. Έσκυψε και φόρεσε το παπούτσι του. Σηκώθηκε. Του έκλεισε το μάτι. «Το λεωφορείο θ’ αργήσει.» είπε κι άρχισε να περπατά. Εκείνος έβγαλε το παλτό του το πέρασε πίσω απ' τον ώμο και την ακολούθησε. Λίγο παραπέρα είδαν έναν μουσικό του δρόμου. Σταμάτησαν. Εκείνη έσκυψε, του είπε κάτι στο αυτί και του άφησε το πουρμπουάρ που της είχε αφήσει εκείνος στο bar. Καθώς απομακρύνονταν ο κιθαρίστας έπαιζε με την ξεχαρβαλωμένη κιθάρα του γαργαλώντας τις ξεκούρδιστες χορδές:

“but there's a Continental Trailways leaving
local bus tonight, good evening
you can have my seat
I'm stickin round here for awhile
get me a room at the Squire
and the fillin station's hirin
I can eat here every night, what the hell have I got to lose
got a crazy sensation
go or stay, and I've got to choose
and I'll accept your invitation
to the blues”



[Αυτό το songtale το ήπιαμε φορώντας το ένα μας παπούτσι τρεις αυτή τη φορά. Τσουγκρίσαμε και είπαμε για την περιπέτεια που είχαμε όταν δεχτήκαμε την πρόσκληση στα blues από εκείνη.]




(Διασκευή του invitation to the blues από Φοίβο Δεληβοριά)

4 σχόλια:

Madame de la Luna είπε...

Respect! Just this... ;-)

Νίνα είπε...

ουάου..!!! όχι απλά respect...! δεν υπάρχει!!! ούτε η ιστορία, ούτε ανδρας τόσο cultivated xD!!! Και παραδόξως η μπύρα Kwak νομίζω ότι έδωσε και μια χριστουγεννιάτικη απόχρωση στην ιστορία :)!

Νίνα είπε...

p.s. http://vimeo.com/1068267

Eraserhead είπε...

@Madame de La luna:
Ευχαριστώ που το διάβασες. Καλή χρονιά! ;)

@Νίνα:
Τέλεια η συνέντευξη! Κι αυτό το περίεργο κρουστό που είχε. Ευχαριστώ πολύ για το link! Καλή Χρονιά!!!! :)