Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2010

Δέλτα



να' ναι οι νότες των προσευχών ,των παραμιλητών μας
κι η βιασύνη των αγγέλων μέσα μας;
vα 'ναι εκείνες οι φορές που ασελγήσαμε με σπέρμα μαύρο
πάνω στα άσπιλα φύλλα της άνοιξης;
ναι 'ναι τα τόσο ένοχα ένστικτα
κι αυτή η βιβλική αδυναμία μας
να αντισταθούμε στην έπαρση;
ή vα 'ναι απλώς ότι ο Διάβολος δεν μας έχασε ποτέ από τα μάτια του;

Τρίτη 12 Οκτωβρίου 2010

Ο ΚΟΜΠΑΡΣΟΣ

Εφιάλτες ποτισμένοι νυχτολούλουδο κι έγχορδες ραψωδίες πολέμων με ανάθρεψαν
Υπήρξα μανδύας περήφανου αυτοκράτορα, φιλί ευλαβικής Κυριακής
Στενογράφος μνήμης που αφηγείται με γλαφυρότητα γέρικου ελαφιού, έψαξα τον έρωτα και την αρμονία στην ορμή του καταρράκτη
Φιλόμουσος, τυχοδιώκτης, θύμα - κουράστηκα να μ' ερμηνεύω
Άλλωστε, τι κατάφερα;
Συνένοχος σ’ ένα φόνο που διαρκεί, προσεύχομαι στα νούφαρα για τον αιώνα που χαροπαλεύει μες στο βάλτο

Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2010

επιστροφή


υπό το φως σελήνης ατελούς
κι υπό ζυγό εντολών ρητών
στην πόλη των Αθηνών,ξανά
βρέθηκα αναγκαστικά παρών.

άλλαξε ο τρόπος της αυγής εδώ
ούτε το φως του ήλιου με ξυπνά
ούτε του ανέμου η δροσιά μ' αγγίζει
-με παρασέρνει η ορμή των ρολογιών.

κι όπως συχνά τις νύχτες περπατώ
(συνήθειο παλιό μα υπαρκτό)
αντανακλώ ένα είδωλο δειλό
στων βιτρινών τους φωτεινούς καθρέφτες

κι όταν στα καφενεία θα βρεθώ
για μια κουβέντα με τον διπλανό,
για έναν καφέ ελληνικό διπλό,
για να ξεμπλέξω κάποιον στοχασμό

δίπλα μου ο όχλος των περαστικών
με κάνει να θρηνώ και να ρωτώ
"πώς προσπερνώ με την ματιά μου
μάτια που μοιάζουν τόσο στα δικά μου;"

πώς νοιάζομαι μόνο για μένα;
τα λάθη τα φριχτά μου να μαντεύω
σαν κακομαθημένο αγόρι το εγώ μου
να το μαλώνω και να το νταντεύω


μ' απ' την καρέκλα προσεχώς θα σηκωθώ
θα περπατήσω και θα ξεχαστώ
την πόρτα του σπιτιού μου θα περάσω
στην κάμαρη θα μπω,θα ξαπλωθώ
-και πόσο ντρέπομαι γι' αυτό
μα σύντομα θα κοιμηθώ και θα ξεχάσω.

Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2010

ελπίς

Photobucket



εσύ μ' αυτά τα μακριά ωραία δάχτυλα
και μ' αυτά τα μαυριτάνικα μαύρα σου μάτια
που βλέπουν μακριά,που βλέπουν καθαρά
δείξε μας που είναι η μητέρα που χορεύει
κάτω από τους ίσκιους των αμυγδαλιών μας

δείξε,τραγούδα μας,διασκέδασε μας
να φανταστούμε έστω αν δεν δούμε
χαλάσανε τα μάτια μας να βλέπουνε φωτιές
και οι προφήτες λέν' πως έρχονται μέρες σκληρές
με τι καρδιές να πορευτούμε εδώ,με τι αντοχές;

ξέρω,εκεί υπάρχει ακόμα ο ουρανός
στάζει το φως κάθε πρωί,πετάνε τα πουλιά
κι αν συννεφιάζει είναι για να έρθει η βροχή
κι όχι για να μας δένει μάτια και ψυχή
αυτή η τόσο εχθρική μουντάδα των καιρών

των προσευχών μας η απάντηση εσύ
κοίτα καλά,μίλα σωστά και σπρώξε μας
σε βάρκες,στόλος εραστών στον ποταμό
με τις φωνές μας θα ηρεμούμε το νερό
και με τα χέρια θα βοηθάμε τον βαρκάρη

...

- σώπα,κι ακούω ήδη τα τραγούδια των πουλιών
τα άνθη των αμυγδαλιών μυρίζω...



(πίνακας του Βινσεντ Βαν Γκογκ)

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2010

''Tu m'as donne ta boue
et j' en ai fait de l' or''

CHARLES BAUDELAIRE


Στο Θανάση Β.


ΚΡΑΜΑΤΟΥΡΓΙΑ


Νύχτα ακούστηκε το πρώτο κλάμα στο μαιευτήριο της τριανταφυλλιάς
Τα μάτια έπαψαν να πληρώνουν τις ενοχές του φωτός, τα βιολιά ξόδεψαν άσωτα μελωδίες
Μια προφητεία έπλεξε τα μαλλιά της προκυμαίας, στο μάγουλο της οικοδομής το δόγμα ξανάγινε όνειρο
Χρόνια τώρα η σκουριά φιλοξενεί μετανάστες μύθων
Όμως απόψε, που η πόλη θυμίζει καράβι σε κλασσικό μυθιστόρημα, δεν αρκούμαι στη σκηνοθεσία
Πασχίζω για σένα που περνάς με αυθορμητισμό ερπετού πάνω σε κιονόκρανα
Χαράζω προμηνύματα σε μενταγιόν
Και στο δωρίζω

Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2010

παζάρι

έχουμε λίγες ξέρες,λίγες αντοχές
υποθαλάσσια μας πλησιάζουν πειρατές
στα χέρια τους κρατούν σπάθες χρυσές
και μες τα μάτια τους βουλιάζει το φεγγάρι

οι γοργόνες προσπερνούν και δεν μιλούν
θα τους βαραίνουν τα χρυσά του σκουλαρίκια
που κέρδισαν με λερωμένες προσευχές
όλες σκυφτές,όλες γριές,όλες με δεκανίκια

απ' τα κοράλλια ένας ήχος ορυκτός
ένας περιπλανώμενος θυμός,ένας μικρός θεός
του Ποσειδώνα θα 'ναι αγόρι ή του Άρη
δείχνει πως είν' αυτοί που 'κάναν
και την θάλασσα παζάρι

πως είν' αυτοί που νόμισαν πως ήτανε θεοί
που άπληστοι θνητοί,που νοσηροί δειλοί
αναπαράχθηκαν σαν γένος,σαν λοιμός
που μόνο στο χρυσάφι βλέπουν φως

τώρα χρυσά κανόνια σέρνουν στους βυθούς
η τελευταία μάχη με τους ζωντανούς
της Αρετής τ' αετώματα να ρίξουν
της Ηθικής τα γράμματα να σβήσουν

και τρεις αλίμονο θεοί σ' αυτούς
που μέσα στις φωτιές και τους καπνούς
δειλιάσουν,απελπιστούν και πουν
πως παραδίδονται
και πως για έννοιες άπιαστες δεν πολεμούν.

Πέμπτη 15 Ιουλίου 2010

Πάντα ήταν και θα είναι εκεί.

Πάντα ένιωθε μια έλξη ακατανόητη για τις παραλίες . Οχι ομως αυτες με την αμμουδια και τα ‘’οργανωμενα συμφεροντα’’ καποιων. Εκείνες με τη χονδρη πετρα, και τα βράχια γύρω-γύρω. Δεν ήξερε γιατί, ή μάλλον νόμιζε πως δεν ήξερε.Ελεγε στους δικους του παντα εκει να τον πηγαινουν. Ποτε ,με αλλα παιδακια να φτιαχνει καστρα στην αμμουδια. Πολλές φορές μάλιστα πηγαίναν με την παρέα σε εκείνη τη παραλια,Βαλσαμο λεγοταν θυμαμαι, ακόμα και όταν είχε ισχυρό βοριά, όταν η θάλασσα άφριζε και τα κύματα έσκαγαν με δύναμη στα απέναντι βράχια του κόλπου τινάζοντας ψηλά το νερό και το αλισάχνι να παρασύρεται παραπονεμένο προς τη θάλασσα. Μια θάλασσα που από ψηλά, κάτω από τον μεσημεριανό ήλιο, μοιάζει να έχει χιλιάδες αστέρια στην επιφάνειά της, αστέρια που κινούνται συνεχώς. Του άρεσε πολλές φορές να κάθεται σε εκείνο το ψηλό σημείο και να κοιτάει το νερό πριν βουτήξει, παρατηρώντας τις κινήσεις του. Παίζανε θυμάμαι με τα κύματα, καθόντουσαν με τη πλάτη κολλημένη στα βράχια και αφήναν τη θάλασσα να τους χτυπά, να τους πλένει το σώμα, να τους πλένει και την ψυχή. Μέχρι να ματωσουν.Του άρεσε να φοράει μάσκα και να κολυμπάει στα πολύ βαθιά νερά, στα «άπατα». Δεν είχε μάθει να εξισώνει την πίεση στα αυτιά του, δεν έτυχε να του το δείξει κανείς. Μερικές φορές δοκίμασε να βουτήξει βαθιά, προσπαθώντας να μη δώσει σημασία στα σημάδια του πόνου. Δεν κατάφερε να πάει βαθιά. Πόνεσε. Περιόρισε της βουτιές του στα 2-3 μέτρα, πιστεύοντας πως δεν είναι φτιαγμένος για το βυθό. Θυμάμαι σαν τώρα όμως, το πόσο του άρεσε να κοιτάει όχι κάτω, αλλά προς τον ορίζοντα, εκεί που το νερό γινόταν βαθύ μπλε, καθώς και προς την επιφάνεια, εκεί που το νερό γινόταν σαν σπασμένος, κινούμενος καθρέφτης. Στο μπλε ήθελε να χαθεί, να το αφήσει να τον τραβήξει κοντά του. Στο καθρέφτη ήθελε να προσπαθήσει να κοιτάξει μήπως δει κάτι, κάποιο μήνυμα μυστικό, γραμμένο με φως και νερό.Όταν πηγαίναν για μπάνιο με τα αλλα παιδακια ,με το ζορυ εννοειται, επαιρνε τη μασκα ,υποθετικα ,να παει μια βολτα. Σε μια από αυτές τις βόλτες, σταματήσε και εκανε μια βουτιά στα βαθιά,στα λεγομενα ασπρα-μαυρα, στη μέση του πουθενά. Η εικόνα των ηλιαχτίδων που χάνονταν στο χάος τον υπνώτισε. Αποτυπώθηκε στο μυαλό του ανεξίτηλα, όπως το σημάδι με το καυτό σίδερο που έκαναν στους μηρούς των αλόγων στην «άγρια δύση». Σχεδόν ένιωσε το κάψιμο. 5 χρόνια αργότερα, ψαρεύαν φαγκρια στο Ικαριο Πελαγος στη μέση του περάσματος,στον λακκο, στα 300-400 μέτρα νερό. Η θάλασσα ήταν «λάδι» (σπάνιο φαινόμενο) και η ζέστη μεγάλη. Δεν άντεξε τον πειρασμό και βούτηξε. Οι άλλοι φώναζαν μη τον φάει κανένα «τέρας» της θάλασσας. Κοίταξε πάλι τις ηλιαχτίδες προσπαθώντας να δει που κατέληγαν. Ένιωσε ξανά εκείνο το περίεργο συναίσθημα που είχε νιώσει και στο παρελθόν. Ένιωσε σαν μια σταγόνα στον ωκεανό, ένιωσε τη φύση να τον κυκλώνει. Είχε βρει μια πόρτα που οδηγούσε σε έναν άλλο κόσμο. Τι είναι αυτό που τον τραβάει στον αλλιώτικο αυτό κόσμο; Πολλές φορές το σκέφτεται, όχι όταν βουτάει, αλλά όταν κοιτάει τη θάλασσα.

Ένα ταξίδι μη αναστρεψιμο.

Μέχρι να βάλουμε τις στολές οι κινήσεις είναι μηχανικές, ανυπόμονες. Βάζουμε και τα πέδιλα, κοντεύουμε. Μάσκα, ζώνη και φεύγουμε. Κολυμπα για λίγο ανάσκελα χαιρετώντας, καθώς απομακρυνόνται, αυτούς που μένουν πίσω στην ακτή.Αν υπαρχουν.Συνηθως δεν υπαρχει κανεις.Κανεις δεν συμβιβαζεται να περιμενει αυτη την ατερμονη τρελα του...
Γυρνά μπρούμυτα και το ταξίδι αρχίζει. Το πρώτο που βλέπει είναι ο ρηχός βυθός, το πρώτο που ακούει η ησυχία, η ανάσα και η καρδιά του. Απομακρύνεται όχι μόνο από την παραλία, αλλά και από το σύνολο των στοιχείων που αποτελούν την ανθρώπινη φύση του. Ένα κρυφό μέρος του εαυτού του μεγενθύνεται και το υπόλοιπο μικραίνει, σχεδόν εξαφανίζεται. Φτάνει στην περιοχή που θέλει και σταματά. Η εικόνες τον καθηλώνουν, τον μαγεύουν νομίζω. Χαλαρώνει και παίρνει μια τελευταία μεγάλη ανάσα. Γνωρίζει καλά πως το ζευγάρι του θα βρίσκεται στην επιφάνεια και θα τον περιμένει για λόγους ασφάλειας. Έτσι μπορει να χαλαρώσει καλύτερα και να απολαύσει τις βουτιές του. Με τον ίδιο τρόπο θα του το ανταποδώσει και αυτος όταν έρθει η σειρά του να βουτήξει. Η ελεύθερη κατάδυση είναι άθλημα αλλυλεγγυης. Ξεκινάει τη βουτιά με μια λαχτάρα, με μια επιθυμία να δει ξανά το μπλε, να δει ξανά το σπασμένο καθρέφτη της επιφάνειας.Οι βουτιές δεν έχουν στόχο τα ψάρια. Αν ήθελε μόνο τα ψάρια, θα πήγαινε στο ψαράδικο που έχει σίγουρα. Ίσως ποτέ να μη γίνει καλός ψαροντουφεκάς. Γιατί ποτέ δεν θα καταφέρει να δει τα ψάρια σαν μοναδικό στόχο του, δεν νιώθει και πάρα πολύ σαν κυνηγός. Δεν τον νοιάζει αν δε πιάσει ούτε ένα ψάρι. Αν είχε αποκλειστικό στόχο τα ψάρια θα είχε σταματήσει από καιρό να ασχολειται.Η ελεύθερη κατάδυση του δείχνει έναν άλλο κόσμο. Παρατηρει γύρω του και θαυμάζει την υποβρύχια ζωή. Νιώθει μικρός και ασήμαντος.Για να καταλαβει κανεις,αρκει να κοιταξεις μεσα απο ενα αεροπλανο την ωρα που απογειωνεται και να συλλογιστεις πως νιωθεις εκεινη την στιγμη. Νιώθει πολυ άσχημα οπως κινειται σε σχέση με αυτά τα γεμάτα χάρη πλάσματα. Προσπαθει να μάθει τη γλώσσα τους, θέλει να τους μιλήσει. Νιώθει τις αδυναμίες του και τους περιορισμούς του. Η ανάγκη για οξυγόνο τον αναγκάζει να επιστρέφει στην επιφάνεια πιο συχνά από όσο θα ήθελε. Προπονειταιι όσο μπορεί για να γίνει καλύτερος.Υδροβιότερος θα συμπλήρωνα. Προσπαθεί να καταπολεμήσει τις ανθρώπινες αδυναμίες του, τους περιορισμούς του σώματός του να ξεπεράσει, να αποκτήσει περισσότερη υδροβιότητα. Προσπαθεί να επικοινωνήσει με τη θάλασσα καλύτερα. Εκείνη του μιλάει συνέχεια, αυτος όμως νιώθει ανήμπορος να της πει αυτά που θέλει.Έχει νόημα μια τέτοια αναζήτηση; Πιθανότητες επιτυχίας δεν έχει σίγουρα, αυτό το ξέρω. Είναι καταδικασμένος στην αποτυχία. Δεν θα καταφέρει ποτέ, όσο και αν προσπαθει να γίνει ένα με τη θάλασσα. Όμως νόημα έχει σίγουρα. Μέσα από την προσπάθεια αυτή ισορροπει. Καταλαβαίνει καλύτερα το σώμα του, το μυαλό του, τους περιορισμούς του, το ότι είναι ένας κοινός άνθρωπος. Και αυτό σε κάνει καλύτερο άνθρωπο πιστεύω.Όταν βγαίνει από το νερό, είναι διαφορετικός. Θέλει να παραμείνει σιωπηλός, να μην επιστρέψει σε τούτο τον κόσμο, αλλά θέλει και να μοιραστει αυτά που είδε. Αυτά που αισθάνεται όμως είναι δύσκολο να τα πει. Μερικά από αυτά πρέπει να τα νιώσει κανείς για να τα καταλάβει.

Τώρα κατάλαβε.

Πολύ πρόσφατα κατάλαβε ακριβώς γιατί του αρέσουν οι παραλίες με τα ψιλά βότσαλα και τα άγρια βράχια γύρω-γύρω. Και πιστεύω πως για τον ίδιο λόγο άρεσαν και στις παιδικές του παρέες και αρέσουν και τώρα σε πολλούς ανθρώπους άσχετα αν δεν το καταλαβαίνουν. Δεν είναι η έλλειψη του κόσμου αυτή καθεαυτή. Απλά η έλλειψη του κόσμου μεγεθύνει το φαινόμενο λόγω της ησυχίας που επικρατεί συνήθως.Οι ήσυχες αμμουδιές του νότου, σπάνια έχουν κύματα. Μας δείχνουν μια ήπια εικόνα της φύσης. Οι άγριες όμως παραλίες είναι πολύ διαφορετικές. Μας κάνουν να ανοίγουμε περισσότερο τα μάτια και τα αυτιά μας. Μας δείχνουν τη φύση σε όλη της την ένταση και δύναμη. Τα χρώματα στις πέτρες πιο έντονα, οι ήχοι του αέρα και των κυμάτων πιο δυνατοί, το μπλε του νερού βαθύτερο.Τα τοπία αυτά τα ακραία, που μας δείχνουν τα κρυμμένα όρια της φύσης, σε προτρέπουν να εξερευνήσεις και τη δική σου κρυμμένη πλευρά. Είναι σχεδόν μαγικό. Σου ξυπνούν ένα ένστικτο τόσο δυνατό που βασανίζεταιι αν δεν κάνει έστω μια μικρή βουτιά. Μια μικρή βουτιά, ένα μικρό μαγικό ταξίδι που εισαγωγή και επίλογο θα έχει πάντα τους ήχους, τα χρώματα και το άρωμα της θάλασσας.


Εμπνευσμένο και αφιερωμένο στον Κο Παναγιώτη,μεγάλο δάσκαλο της ελεύθερης..
Αφιερωμένο σαυτά τα δυο νησιά που οταν το διαβάζεις σου έρχονται στο νού τα βαθυγάλανα νερά τους....
Την Σαμοθράκη και την Σάμο
Αφιερωμένο σε αυτούς που θέλουν να νιώσουν για μια στιγμή πως αεροβατούν στα όρια αρνητικής και θετικής πλευστότητας...